Τετάρτη 9 Μαΐου 2012

187. Θεοί για κάθε στιγμή της ζωής



Πέρα από τις επιτόπιες προσευχές και τα ταξίματα των πιστών στα ειδώλια, τα αγάλματα ή τις εικόνες των θεών, για να πετύχουν τη βοήθεια και την ενεργό συμπαράστασή τους, να εισακουστούν και να υλοποιηθούν οι παρακλήσεις και οι δεήσεις τους, συνηθισμένο φαινόμενο είναι, σε χαλεπούς, ιδίως, καιρούς, οι λιτανείες, δημόσιες, δηλαδή, περιφορές των ειδωλίων ή των εικόνων με τη συνοδεία λατρευτικών ύμνων και ικετευτικών προσευχών.   Είναι σημαντικό πλεονέκτημα το να ‘χεις με το μέρος σου τους θεούς σε μια δύσκολη φάση της ζωής σου.
Η μονομαχία Αχιλλέα - Μέμνονα, από τον Τρωικό πόλεμο. Η θεά Αθηνά βοηθά τον Αχιλλέα
«Ανταποδοτικά τέλη», οι θεοί χαρίζουν την ευτυχία στους ανθρώπους και αυτοί τους το ανταποδίδουν με ευγνωμοσύνη και πολλές τιμές. Η κάθε θρησκεία πιστεύει ότι οι θεοί της είναι πανίσχυροι και μπορούνε να κάνουνε οτιδήποτε, για να βοηθήσουν τους πιστούς σ’ αυτούς και να δώσουνε λύσεις σ’ όσα τους βασανίζουνε.
Σε καιρό ευημερίας, οι πολίτες προσέφεραν πλουσιοπάροχες και μεγαλόπρεπες θυσίες προς τους θεούς. Αυτές τις θυσίες εάν θυμούνται, οι θεοί θα δείξουν την ευγνωμοσύνη τους προς τους πιστούς και θα τους σώζουν από μεγάλους κινδύνους, όπως στην περίπτωση της Θήβας (και στην περίπτωση της πολιορκίας των «Επτά επί Θήβας»  του Αισχύλου και επί Σφίγγας άλλοτε και στον «Οιδίποδα Τύραννο» του Σοφοκλή) ή θα τους βοηθούν σε δυσκολίες (π.χ. αναχώρηση των Αχαιών από Αυλίδα) και στην επίτευξη ενός πολύμοχθου στόχου όπως π.χ. στον Τρωικό πόλεμο («Ιλιάδα» Ομήρου) η άλωση της Τροίας ή η επιστροφή στην πατρίδα ( « Οδύσσεια »  Ομήρου). 
Στον αντίποδα, κάθε φορά που μια κοινωνία ή ένας άνθρωπος κακοπαθαίνει, η λατρεία των θεών εξασθενίζει. Διπλό είναι, λοιπόν, το «κακό» για τους θεούς, όταν μια πολιτεία υποδουλωθεί. Και ο καταχτητής ανατρέπει την πατροπαράδοτη θρησκεία, επιβάλλοντας τη δική του. Και οι πιστοί της δεν έχουν πια τα μέσα να ασκήσουν τα λατρευτικά τους καθήκοντα, εφόσον είναι πια υποτελείς σε ξένους και άποροι. Υπό αυτές τις συνθήκες, βαθμιαία, η λατρεία των θεών στους υπόδουλους ατονεί και χάνεται… 

Τρίτη 8 Μαΐου 2012

186. Πολιτικοοικονομική"κατρακύλα" στο Βυζάντιο



Όταν μετά την ήττα του, το καλοκαίρι του 1071 μ.Χ., στο Ματζικέρτ από τους Σελτζούκους Τούρκους ανατράπηκε ο αυτοκράτορας του Βυζαντίου, Ρωμανός ο 4ος ο Διογένης, στο θρόνο ανεβαίνει ο γιος της συζύγου του, Ευδοκίας, ο Μιχαήλ ο 7ος ο Δούκας ή Παραπινάκης.  Πέρα, όμως, από τη σημαντική τους νίκη εις βάρος των Βυζαντινών, οι Σελτζούκοι πλέον θα έχουνε περισσότερες πια επεκτατικές βλέψεις για την Ευρώπη. Και καθώς ο μουσουλμανικός κόσμος θα ανοίγεται και προς την Ανατολική Μεσόγειο, οι Ευρωπαίοι θα αναζητούν νέους εμπορικούς δρόμους.
Χρυσό νόμισμα του Βυζαντίου επί Αλεξίου 1ου του Κομνηνού (1081- 1118)

Πολύ μεγάλη σημασία έχει, όμως, κι ένα άλλο φαινόμενο το οποίο "σημαδεύει" την περίοδο των τελών του 11ου αιώνα, καθώς είναι γνωστή η σημασία των νομισμάτων (τόσο του υλικού κατασκευής, όσο και του έτους κοπής και πρώτης κυκλοφορίας τους) ως ιστορικών αδιάψευστων πηγών, η υποτίμηση του χρυσού νομίσματος. Η  καθαρότητα του μετάλλου πέφτει για πρώτη φορά επί Μιχαήλ του 4ου στα 20 καράτια. Επί δε Ρωμανού Διογένη έχει ήδη φθάσει τα 18. Η υποτίμηση αρχικά δεν απηχεί οικονομική κρίση, αλλά Μετά τη μάχη του Μαντζικέρτ όμως (1071) επέρχεται μεγάλη οικονομική κρίση και το νόμισμα υποτιμάται ραγδαία, για να φθάσει κατά τα πρώτα έτη της βασιλείας του Αλεξίου του 1ου του Κομνηνού τα 6 Κ. Εκείνη την εποχή έχουν εμφανιστεί και τα κοιλόκυρτα νομίσματα, ήδη επί Μονομάχου. Σημειωτέον πώς τα παραπάνω δεν ισχύουν για τη Δύση, όπου ήδη από τον 8ον αι. μ.Χ. κόβονται σόλιδοι ελαφρύτεροι και πρώιμα υποτιμημένοι. Τούτο συμβαίνει λόγω της γενικής κρίσεως πού επικρατεί στην περιοχή και της επαφής με ξένα, ελαφρύτερα νομίσματα.
Ο στρατός δυσαρεστήθηκε από τις αποτυχίες του Μιχαήλ του 7ου  και επαναστάτησε. Τελικά επικράτησε ο Νικηφόρος ο Βοτανειάτης (1078 –  1081). Ακολούθησαν όμως εσωτερικές ταραχές, ενώ οι εξωτερικοί εχθροί γίνονταν πιο απειλητικοί. Η αναρχία σταμάτησε με την επικράτηση του νεαρού στρατηγού Αλεξίου Κομνηνού, που έσωσε την αυτοκρατορία από την καταστροφή και αναρριχήθηκε στο θρόνο της Κωνσταντινούπολης (βασίλεψε: 1081 –  1118 μ.Χ.). Αυτός ανέκτησε τις χώρες που είχαν καταληφθεί από τους επιδρομείς και ανέστησε σιγά –  σιγά το Βυζάντιο στην προηγουμένη του δύναμη. Από αυτόν αρχίζει, κυρίως, η δυναστεία των Κομνηνών και επί των ημερών του έγινε η 1η  Σταυροφορία.
Χρήσιμες πηγές για το παρόν λήμμα στάθηκαν τα σχετικά με το Βυζάντιο ιστοριογραφικά έργα των Βασίλιεφ, Οστρογκόρσκι, Κορδάτου, Καραγιαννόπουλου, Χριστοφιλοπούλου, Παπαρρηγόπουλου κ.α.. 
185. Γιατί ο λαός απαρνήθηκε τη δημοκρατία



Φόβος έπιανε τους Αθηναίους τους πρώτους μήνες του 411 π.Χ.. Κανείς δεν τολμούσε να βγάλει λέξη. Ένιωθαν δεσμώτες και φιμωμένοι και δεν έπαιρναν καμιά πρωτοβουλία υπέρ της κλυδωνιζόμενης Δημοκρατίας, αν και όπως έχει γράψει ο Π. Τερλεξής («Πολιτικοί προσανατολισμοί και κοινωνική αλλαγή», σελ. 252), «η ατομική ελευθερία και η προσωπική πρωτοβουλία θεωρούνται ακρογωνιαίος λίθος πολιτικής – Δημοκρατικής αναπτύξεως».
Η Ακρόπολη της κλασικής Αθήνας
Ήταν πολλοί και διάσπαρτοι ανά την πόλη οι Ολιγαρχικοί συνωμότες. Μάλιστα, δεν ήταν λίγες οι φορές που οι Αθηναίοι έβλεπαν όποιον τολμούσε να φέρει αντίρρηση στα Ολιγαρχικά σχέδια νεκρό από «ατύχημα» π.χ., χωρίς, όμως, οι (ηθικοί και φυσικοί) αυτουργοί του φόνου να αναζητούνται από τις Αρχές και χωρίς να εκδίδεται σε βάρος τους δικαστικό ένταλμα!
«Η σιωπή είναι χρυσός», η παροιμία τούτη αποδείχτηκε πολύτιμος συνοδοιπόρος των Αθηναίων εκείνης της ταραγμένης περιόδου. Όλοι σιώπαγαν, γιατί θα θεωρούσαν τους εαυτούς τους πολύ τυχερούς εάν δεν έπεφταν θύματα των Ολιγαρχικών. Ο φόβος τους είχε σπείρει μέσα τους την ιδέα ότι οι συνωμότες ήταν πολύ περισσότεροι απ’ όσοι στα αλήθεια ήταν και ότι – επειδή η πόλη ήταν μεγάλη και δεν μπορούσε ο καθένας να ξέρει ακριβώς ποιος είναι ακόμα και ο διπλανός του – θα ήταν αδύνατο να εξακριβωθεί ο αληθής αριθμός των παρακρατικών και το πραγματικό μέγεθος της προς εξύφανση αντιδημοκρατικής συνωμοσίας.
Μέσα, συνεπώς, σε τέτοιο κλίμα πανικού, ήταν φυσικό και αναμενόμενο ν’ ανθίσει η καχυποψία μεταξύ των πολιτών. Πλέον, δεν ήξεραν ποιον να εμπιστευτούν και από πού να γυρέψουν βοήθεια.
Στην Εκκλησία, λοιπόν, του Δήμου, που είχε ο Πείσανδρος συγκαλέσει, ο Πυθόδωρος, ίσως ο ίδιος που είχε «κυνηγήσει» και το σοφιστή Πρωταγόρα και τον έδιωξε από Αθήνα, αλλά σίγουρα αυτός που αργότερα συμμετείχε στους Τριάντα Τυράννους,  πρότεινε παράταση της θητείας των 10 προβούλων και να τους δοθεί  απεριόριστη εξουσία. Μαζύ τους, συνέχιζε το ψήφισμα, να εκλεγούν και άλλοι 20 πολίτες ηλικίας άνω των 40 ετών. Και, αφού οι πρόβουλοι ορκιστούν ότι θα προτείνουν μονάχα ό,τι συμφέρει την πόλη,  ο Πυθόδωρος εισηγείται αυτοί εδώ οι «Τριάντα Συγγραφείς», έτσι ονομάστηκε η διευρυμένη επιτροπή σωτηρίας, να είχαν καθήκον να συντάξουν και να υποβάλουν απευθείας, παρακάμπτοντας δηλαδή, τη Βουλή των 500, στη συνέλευση, σε μιαν προκαθορισμένη ημερομηνία, έγγραφη πρόταση για το ποιο θεωρείται ως καλύτερο, υπό τις τότε συνθήκες, πολίτευμα για την Αθήνα.
Μονάχα, όπως συμπλήρωσε ο γνωστός από το φερώνυμο Πλατωνικό διάλογο Κλειτοφών και έγινε η προσθήκη του δεχτή από το λαό στην πρόταση του Πυθόδωρου, οι «Συγγραφείς» πρέπει να σεβαστούν τους πατροπαράδοτους νόμους του Κλεισθένη! Ο Κλειτοφών αυτός, βέβαια, πέρα από το ότι κινείται κοντά στο φιλόσοφο Σωκράτη, «συνδεόταν με τον Θηραμένη, με τον οποίο μνημονεύεται μαζύ όχι μόνο στην «Αθηναίων Πολιτεία» αλλά και στον Αριστοφάνη («Βάτραχοι», στιχ. 967), όπου παρουσιάζονται αμφότεροι μαθητές του Ευριπίδη», σύμφωνα με όσα γράφει ο S. Hornblower («Ο ελληνικός κόσμος 479 – 323 π.Χ.», σελ. 320).
O Ιστορικός Θουκυδίδης μάς περιγράφει την πρόσκαιρη πολιτειακή μεταβολή στην Αθήνα
Ανέφερε ο Κλειτοφών το όνομα του Κλεισθένη, γιατί όλοι ήξεραν ότι – όπως θα ισχυριστεί και στον «Αρεοπαγιτικό» του (μετάφραση: Σ. Τζουμελέας) μισόν αιώναν αργότερα (357 π.Χ.) ο Ισοκράτης – ο Σόλων στις αρχές του 6ου αιώνα π.Χ. και ο Κλεισθένης στα τέλη του ίδιου αιώνα, όταν ανέλαβαν τα ηνία της πόλης,  «δεν ίδρυσαν πολίτευμα ονομαζόμενον μεν δι’  ονόματος κοινοτάτου και ωραιοτάτου, μη φαινόμενον δε εις την εφαρμογήν τοιούτον εις τους ζώντας κατ’  αυτό, ουδέ ίδρυσαν τοιούτον πολίτευμα το οποίον κατά τέτοιον τρόπον εξεπαίδευε τους πολίτας, ώστε να θεωρούν την μεν ακολασίαν δημοκρατίαν, την δε παρανομίαν ελευθερίαν, την αυθάδειαν ισονομίαν, ευτυχίαν δε την άδειαν του να πράττη καθένας ταύτα, αλλ’  ίδρυσαν πολίτευμα το οποίον με το να μισή και να τιμωρή τους τοιούτους έκαμνεν όλους τους πολίτας καλυτέρους και σωφρονεστέρους».
Την καθορισμένη, λοιπόν, ημέρα, επαναλήφθηκε η συνέλευση εντός του στενού περιβόλου του ναού του Ποσειδώνος, στον Κολωνό, σε απόσταση 10 περίπου σταδίων έξω από την πόλη. Έξω από την πόλη και κοντά στη Δεκέλεια, όπου είχαν στρατοπεδέψει οι Λακεδαιμόνιοι, η ψυχολογική πίεση, που θα ένιωθαν οι Αθηναίοι πολίτες, θα έφτανε στο ζενίθ! Ίσως το ότι η συνέλευση έγινε σε περιοχή συνδεδεμένη με τη λατρεία του Ιππίου Ποσειδώνα να σήμαινε πως είχαν εμπλακεί και οι ιππείς στη συνωμοσία (βλ. S. Hornblower, «Ο ελληνικός κόσμος 479 – 323 π.Χ.», σελ. 318). Ταυτόχρονα, στο στενό χώρο του ναού, θα μπορούσαν οι Ολιγαρχικοί εύκολα να πιάσουν όποιον θα σήκωνε κεφάλι! Η επιτροπή, όμως, δεν πρότεινε τίποτε άλλο παρά τούτο και μόνον, να επιτραπεί, για να βγει η πόλη από τη δύσκολη φάση, σε κάθε Αθηναίο να υποβάλει, ελεύθερα και χωρίς το φόβο τιμωρίας, όποια πρόταση θέλει και να τιμωρηθούν αυστηρά όποιοι τυχόν τον επιπλήξουν για τις προτάσεις του ή θελήσουν να του κάνουν κακό με κάποιον άλλο τρόπο.
Και τότε πλέον κατατέθηκε πρόταση, χωρίς προκάλυμμα και ανενδοίαστα, να καταργηθούν όλες οι επί τη βάσει του υφισταμένου πολιτεύματος λειτουργούσες αρχές και όλοι οι δημόσιοι μισθοί, και να εκλεχθούν 5 πρόεδροι, οι οποίοι να εκλέξουν 100 άντρες και καθένας απ’ τους 100 να προσλάβει άλλους τρεις.
Έτσι, θα εκλέγονταν 400 άντρες, οι οποίοι θα εγκατασταθούν στο Βουλευτήριο, θ’ αναλάβουν την ανώτατη εξουσία στην πόλη, και δρώντας με απεριόριστη πληρεξουσιότητα, θα κάνουν, προς υπεράσπιση τάχα της Δημοκρατίας, ό,τι νομίζουν καλύτερο για την Αθήνα και θα συγκαλούν τη συνέλευση των 5000,  όσες φορές αυτοί και μόνο το κρίνουν αναγκαίο. Οι 400 θα προέρχονταν από την Ολιγαρχική παράταξη και δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι ανάμεσά τους βρίσκουμε πρόσωπα, που και, μετά το τέλος του πολέμου (404/3 π.Χ.) σε βάρος της Αθήνας, θα συμμετάσχουν στη διορισμένη από τους Λακεδαιμονίους αρχή των Τριάντα Τυράννων (Κριτίας, Μηλόβιος, Θηραμένης, Χαρικλής κ.α.). Κατ’ αυτόν τον τρόπο, οι Αθηναίοι, για πρώτη φορά, θα έχαναν τη Δημοκρατία τους, εφόσον θα επακολουθούσαν και οι Τριάντα Τύραννοι στη λήξη του πολέμου, εξαιτίας εκείνων που περιφρόνησαν τη νομοθεσία και τους θεσμούς της πατρίδας και θέλησαν να είναι δούλοι των εχθρών της πόλης τους, ξεφτιλίζοντας, συνάμα, τους συμπατριώτες τους, όπως λέει και ο Ισοκράτης (βλ. «Κατά Λοχίτου» λόγος).
Η Εκκλησία του Δήμου, πάντως, χωρίς κανείς πολίτης να μπορέσει ή να επιδιώξει να φέρει αντίρρηση στο παραμικρό, ψήφισε, τη μέρα εκείνη, ό,τι πρότεινε ο Πείσανδρος. Κατόπιν, διαλύθηκε.
Με το κράτος υπό έλεγχο, η Ολιγαρχική παράταξη θα διέθετε όλους τους αναγκαίους μηχανισμούς διατήρησης και επιβολής της εξουσίας της. Στρατός, ένοπλα έμμισθα σώματα για προστασία τής, κατά την έννοια που της αποδίδουν οι Ολιγαρχικοί, «δημοσίας τάξεως», Εκκλησία του Δήμου, Βουλή, δικαστήρια νόμιζε ότι θα έμπαιναν γρήγορα υπό τον «έλεγχό» της. Έως τότε, όμως, δεν άργησε να επαληθέψει και την άποψη των Μαρξ και Ένγκελς (βλ. «Μανιφέστο Κομμουνιστικού Κόμματος», σελ. 82) ότι «η πολιτική εξουσία, για να κυριολεχτήσουμε, είναι η οργανωμένη βία μιας τάξης για την καταπίεση των άλλων» και εν προκειμένω, η βία των εύπορων Ολιγαρχικών για την καταπίεση της φτωχολογιάς, που, επί χρόνια, στρεφόταν στους Δημοκρατικούς.
Έτσι, θα αξιοποιήσουν οι Ολιγαρχικοί τη δύναμη που απόχτησαν ως διαχειριστές της κρατικής εξουσίας και σαν όργανο εξουσίας και σαν μέσο να επιβάλλουν όσα θέλουν και καταπίεσης του λαού. Ταυτόχρονα, όμως, με διάφορους ρήτορες προσκείμενους σ’ αυτούς, αναπαράγουν την Ολιγαρχική ιδεολογία και διάφορες συναφείς προς αυτήν φιλοσοφικές θεωρίες, ενώ «χαλκεύουν» και την πατροπαράδοτη νομοθεσία. Απώτερός τους σκοπός ήταν η «συγκάλυψη» της εκμετάλλευσης και της βίας που ασκούν στα πλήθη. Για να καταλάβουμε, όμως, τι σημαίνουν οι αριθμοί των 400 βουλευτών και των 5000 ενεργών πολιτών που εισάγονται με το νέο «πολίτευμα», ας αναλογιστούμε ότι το Αθηναϊκό κράτος, μολονότι ήταν το πολυπληθέ­στερο του ελλαδικού χώρου, είχε φτάσει να έχει, λίγο πριν ξεκινήσει ο Πελοποννησιακός πόλεμος, το 431 π.Χ., όπως σημειώνει ο K. J. Beloch, περί τους 230.000 κα­τοίκους (120.000 πολίτες, 30.000 μετοίκους, 80.000 δούλους). Στη λήξη του Πελοποννησιακού πολέμου (403 π.Χ.), χωρίς να συνυπολογίσουμε και τους 20.000 δούλους που είχαν δραπετεύσει από το Λαύριο, ο πληθυσμός των Αθηνών, κατά τον Beloch, αγγίζει τις 140.000 (από τους οποίους 80.000 πολίτες, 35.000 δούλοι και 20.000 μέτοικοι).
Ας επιχειρήσουμε, όμως, μιαν «ψυχανάλυση» του λαού που μαζεύτηκε στον Κολωνό και ψήφισε, άλλοι υπό συναισθηματική «φόρτιση» και άλλοι ενθουσιωδώς,  υπέρ της κατάλυσης της Δημοκρατίας. Πρωτύτερα, όμως, ας κάνουμε δύο παραδοχές που θα μας βοηθήσουν: Πρώτον, σε κάθε κοινωνία συναντούμε ένα τμήμα του πληθυσμού που μετά ελλόγου γνώσεως ενδιαφέρεται και συμμετέχει σταθερά στα πολιτικά «δρώμενα», άλλοτε επικροτώντας τα και άλλοτε κατηγορώντας τα· δεύτερον, το ακροατήριο του Κολωνού πρέπει να ήταν ένα μεγάλο μέρος του εν Αθήναις πληθυσμού, δεν ήταν οργανωμένο με χαλαρούς δεσμούς, γιατί, μολονότι περιείχε και δραστήρια και παθητικά μέλη της Αθηναϊκής πολιτικής ζωής, όλοι πήγαν να ακούσουν τις προτάσεις για το μέλλον της πόλης, παρασυρμένοι από τη φιλοπατρία τους και θα αντιμετώπιζαν, με την αρωγή της κρίσης τους, όσα θα άκουγαν.
Ρήτορας των κλασικών χρόνων στην Αθήνα αγορεύων
 Κρίση, λοιπόν, λέμε ότι έχει κάποιος άνθρωπος όταν, επηρεασμένος από το ψυχικό ή το πνευματικό του «οπλοστάσιο» και τις καθημερινές εμπειρίες του, μπορεί να αξιολογεί, να συγκρίνει και να κρίνει καταστάσεις, να διακρίνει πότε κάτι τον ωφελεί και πότε όχι, να ξεχωρίζει και να προτάσσει ό,τι αξίζει να τεθεί ως προτεραιότητα, για την επίτευξη των βραχυπρόθεσμων ή μακροπρόθεσμων στόχων του. Η δυνατότητα της ορθής κρίσης του ατόμου ή ομάδας ατόμων μπορεί, από εξωτερικούς παράγοντες επηρεασμένη, να εξαλειφθεί απότομα και απροειδοποίητα ή να μετριαστεί βαθμιαία και να υποταγεί στην «ψυχολογία του όχλου».
Στη βαθμιαία συρρίκνωσή της, όπως στην περίπτωση των προτάσεων του Πείσανδρου που «εκμεταλλεύτηκε» τη δυσφορία κάποιων πολιτών για να προτάξει τις ιδέες του, μπορεί να προηγηθούν και «καμπανάκια κινδύνου», εν προκειμένω οι εκκαθαρίσεις από τις Ολιγαρχικές εταιρείες κάποιων Δημοκρατικών πολιτών και του Ανδροκλή. Ο Αθηναϊκός λαός, όμως, όταν κατατίθεται η εισήγηση του  Πείσανδρου για αλλαγή του πολιτεύματος, χάνει τη δυνατότητα ορθής κρίσης, εφόσον τον πιέζουν ο μηδαμινός χρόνος που είχαν οι πολίτες για αντίδραση και οι ελλιπείς ή «χαλκευμένες» ή εσφαλμένες ή συγκεχυμένες πληροφορίες που τους παρείχε, στον προηγούμενο ερχομό του, ο Πείσανδρος για ό,τι πραγματικά σχετίζεται με την πόλη, τον Αλκιβιάδη και τον Τισσαφέρνη.
Οι Αθηναίοι εμφανίζονται, βάσει όσων διαβάζουμε στο Θουκυδίδη, να δέχονται παμψηφεί τις προτάσεις του Πείσανδρου περί 400 και 5000, αν και μέσα τους είχαν φωλιάσει έντονος πανικός για το τι θα επακολουθούσε και, κυρίως, το αίσθημα της απώλειας όσων τους είχε δώσει η Δημοκρατία επί Περικλή. Φόβο, μήπως θεωρηθούν «εχθροί της πατρίδος ή κακοί πατριώτες» και θα τους εξόντωναν για το λόγο αυτό οι Ολιγαρχικοί, θα ένιωσαν πιθανότατα, εκείνη τη μέρα, να τους κυριεύει μέσα τους και όσοι διαφωνούσαν με τις ιδέες του Πείσανδρου περί επανόδου του Αλκιβιάδη και μεταβολής του πολιτεύματος και προτίμησαν να κρύψουν τις όποιες, που δεν θα ήταν και ασήμαντες, αντιρρήσεις τους.
Επιπλέον, κάποιοι πολίτες – μόλις ακούνε τα λόγια των Ολιγαρχικών – αν και έχουν βιώσει προσωπικά ο καθένας την απώλεια, τα δέχονται, καταπνίγοντας το θυμό τους και μάλλον αντιδρώντας με βάση το συναίσθημα και όχι τη λογική, δηλαδή νιώθοντας ότι ίσως κάτι διαφορετικό θα έλθει και καλύτερο πιθανότατα από όσα τους έχουν μέχρι τότε συμβεί στη δημόσια και ιδιωτική ζωή τους. Τόσο πολύ τούς είχε πληγώσει η εξέλιξη που είχε λάβει ο πόλεμος! Πράγματι, οι Αθηναίοι αυτοί έδρασαν υπό συναισθηματική φόρτιση επηρεασμένοι από τον πολιτικό λόγο του Πείσανδρου, επαληθεύοντας όσα Π. Τερλεξής έχει γράψει, ότι δηλαδή «[…] οι πολιτικοί ηγέτες, άλλοτε επιδέξια και με επιτυχία και άλλοτε αδέξια και χωρίς αποτέλεσμα, κάνουν ευρεία χρήση των διαφόρων συναισθηματικά φορτισμένων σχημάτων, εννοιών και παραστάσεων, με σκοπό να επηρεάσουν τις διαθέσεις και τη στάση των πολιτών» (βλ. «Πολιτικοί προσανατολισμοί και κοινωνική αλλαγή», σελ. 112).
Εάν, όμως, οι πολίτες αυτοί δρούσαν με βάση τη λογική, θα καταλάβαιναν ότι κάτι τέτοιο, οι Ολιγαρχικοί να ωφελούσαν το πλήθος δηλαδή αντί τους εαυτούς τους και τους δικούς τους ανθρώπους, θα ήταν αδύνατο να συμβεί. Δυστυχώς, όμως, δεν μπόρεσαν, λόγω των χωροχρονικών συγκυριών, οι πολίτες να επανακτήσουν την ψυχραιμία τους και την ορθή κρίση τους και συμπαρέσυραν και τους αναποφάσιστους και όσους, αν και αντίθετοι με την Ολιγαρχία, έδωσαν «ψήφο ανοχής», με τη σιωπή τους σ’ εκείνη τη λαϊκή συγκέντρωση, στον Πείσανδρο και στις εισηγήσεις του.
Για μιαν ακόμη φορά, λοιπόν, επαληθεύτηκε το ότι μια μεταβολή στη συνείδηση και στον τρόπο σκέψης, δράσης και αντίδρασης των ανθρώπων σχετικά με όσα τους περιβάλλουν δεν γίνεται ποτέ αυθαίρετα από τους ίδιους. Σε οποιαδήποτε κοινωνία, όπως γράφει ο Π. Τερλεξής («Πολιτικοί προσανατολισμοί και κοινωνική αλλαγή», σελ. 247), «Οι διαδικασίες, η δομική σύνθεση, οι ρόλοι και οι λειτουργίες, η κάθε σχέση, τυπική ή άτυπη, επηρεάζουν και επηρεάζονται από ένα πλήθος αξιών, συμβόλων, παραδόσεων, ιδεολογιών, πίστεων και δοξασιών, συνηθειών, νοοτροπιών και διαθέσεων, που επικρατούν μέσα σε ένα σύστημα». Πράγματι, κάθε μεταβολή πάντοτε ξεκινά από την υλική ζωή και τις ανάγκες της κοινωνικής και οικονομικής  ανάπτυξης και έχει πάντοτε άρρηκτη εξάρτηση από την κοινωνική εξέλιξη και τα πατροπαράδοτα κοινωνικοπολιτικά ήθη και έθιμα, τις αξίες μιας κοινωνίας ή ομάδας ανθρώπων – πολιτών. Ας ιδούμε, λοιπόν, για ποιο λόγο, πέρα από το φόβο που παρουσιάστηκε νωρίτερα, οι Αθηναίοι «παρασύρθηκαν» από τον Πείσανδρο: Εάν η Αθήνα αποχτούσε ολιγαρχικό πολίτευμα, εξασφαλιζόταν η συμμαχία των Περσών – Οι Πέρσες θα βοηθούσαν τους Αθηναίους να νικήσουν στον πόλεμο – Με τη νίκη στον πόλεμο, οι Αθηναίοι θα διατηρούσαν την πανελλαδική ηγεμονία – Η πολιτική και ιδεολογική κυριαρχία των Αθηναίων ανά την Ελλάδα θα τους εξασφάλιζε, όπως και προπολεμικά, οικονομικούς πόρους – Οι οικονομικές πρόσοδοι θα βοηθούσαν, στο εσωτερικό της πόλης, τους πολίτες σημαντικά, όπως άλλοτε, να εξασφαλίζουν τα προς το ζην και το ευ ζην.
Ας προβούμε, όμως, σε μια σειρά αναγκαίων διευκρινίσεων σχετικά με το προτεινόμενο από τον Πείσανδρο Ολιγαρχικό πολίτευμα. Είναι γνωστό τοις πάσι ότι το ζητούμενο σε μια Δημοκρατία είναι η συμμετοχή των λαϊκών μαζών στη διακυβέρνηση και στη διαχείριση των κοινών. Ταυτόχρονα, όμως, όλοι ξέρουμε πως η Δημοκρατία έχει συγκεκριμένο ταξικό περιεχόμενο και η βάση της έγκειται στη σχέση αλληλεπίδρασης μεταξύ των χρηστών των μέσων παραγωγής, οι οποίοι  συνήθως προέρχονται από τις λαϊκές τάξεις, και όσων καρπώνονται τα αποτελέσματα της παραγωγής, οι οποίοι είναι πάντοτε από τα ανώτερα κοινωνικά στρώματα. Εν προκειμένω, το Ολιγαρχικό πολίτευμα του 411 π.Χ.  – σε αντίθεση με όσα είδαμε νωρίτερα ότι προσδοκούσαν οι πολίτες να πετύχαιναν με την πολιτειακή μεταβολή – επιδίωκε, ανατρέποντας τη Δημοκρατία, όχι μόνο να «εξολοθρέψει» όσους πολίτες είχαν ενεργό μέχρι τότε ανάμειξη στην πολιτική υπέρ των Δημοκρατικών, αλλά και να κλίνει προς το μέρος της Ολιγαρχίας τη «ζυγαριά», να οικειοποιηθεί το βιος και το αποτέλεσμα του κόπου του λαού, παραμερίζοντας, συνάμα, τη φτωχολογιά και τους προερχόμενους απ’ αυτήν πολιτικούς από τα κέντρα λήψης αποφάσεων.  Στην Ολιγαρχική Αθήνα του 411 π.Χ., αντίθετα από όσα αναφέρει για τη Δημοκρατία του Περικλή στον «Επιτάφιο» του 431 π.Χ. ο Θουκυδίδης (Βιβλίο 2ο, κεφάλαια 34 – 46), τα ταξικά συμφέροντα των ολίγων αριθμητικά κρατούντων ήταν εκείνα που επρόκειτο να κυριαρχήσουν σε βάρος ολόκληρης της υπόλοιπης κοινωνίας. Επομένως, δικαίως προκάλεσαν και την οργή των Αθηναίων στρατιωτών στη Σάμο, ακόμη κι όταν, αργότερα, αποδείχτηκε ότι ο Χαιρέας ήταν «υπερβολικός» στις περιγραφές του, για να τους «φουντώσει» υπέρ της παλινόρθωσης της Δημοκρατίας και κατά των πρωτοστατών της Ολιγαρχικής συνωμοσίας.
Στην περίοδο των 400 (Μάης – Σεπτέμβρης 411 π.Χ.) για τους Αθηναίους, μαζύ, λοιπόν, με την «ψυχολογία όχλου», διακρίνουμε και κοινωνική εξαθλίωση, ιδιοτελή κίνητρα και άφθονη βία, σε μιαν αλληλένδετη μεταξύ τους σχέση. Τα βλέπουμε και σ’ όσους έμειναν στην πόλη, μα και στο Αθηναϊκό στράτευμα που έχει στρατωνιστεί στη Σάμο.
Η κοινωνική εξαθλίωση, ιδίως κατά την ύστερη φάση του πολέμου, οφείλεται στην «παρουσία» των Λακεδαιμονίων στη Δεκέλεια, προ των πυλών, δηλαδή, της Αθήνας. Εκδηλώνεται δε, όπως βλέπουμε στις αρχαιοελληνικές πηγές (θεατρικά κείμενα, ρητορικοί λόγοι, ιστοριογραφία), με την αδυναμία της πλειοψηφίας του πλήθους να εξασφαλίσει τα προς το ζην σε μια δύσκολη, ομολογουμένως, φάση του συνεχιζόμενου πολέμου.
Τα ιδιοτελή κίνητρα ανιχνεύονται στις κινήσεις των επικεφαλής των νέων κυβερνώντων, των 400 δηλαδή και του Θηραμένη στην Αθήνα, αλλά και του Αλκιβιάδη στη Σάμο να προβληθούν ότι και οι μεν και ο δε νοιάζονται για τα συμφέροντα των πολιτών και των στρατιωτών αντίστοιχα. Από τους πολίτες και τους στρατιώτες, ο καθένας πάλι κοιτάζοντας το δικό του συμφέρον θέλει να σώσει τον εαυτό του και το βιος του από τις «προγραφές» των Ολιγαρχικών ή την επέλαση των Σπαρτιατών αντίστοιχα. Οι μόνοι, ίσως, που δεν κοιτούν τον εαυτό τους την περίοδο αυτή, ήταν ο Θρασύβουλος και ο Θράσυλλος, οι οποίοι – αντί να διεκδικήσουν για τους ίδιους την ηγεσία του αγανακτισμένου λαού και στρατού εις βάρος των Ολιγαρχικών – έσπευσαν να καλέσουν τον Αλκιβιάδη.
Κατά  την «ψυχολογία του όχλου», αρκούν λίγοι επιθετικοί και βίαιοι ταραξίες να εξεγείρουν μιαν πολυάριθμη ομάδα, όπως και η εσκεμμένη ή «καμουφλαρισμένη» παραπληροφόρηση. Έτσι, η βία και η τρομοκρατία ήταν τα μέσα που χρησιμοποίησαν οι ολιγομελείς Ολιγαρχικές εταιρείες, για να «προλειάνουν» το έδαφος στον Πείσανδρο· ήταν τα μέσα και για να δημιουργήσουν τέτοια «ατμόσφαιρα» στο πολυάριθμο πλήθος η οποία να δικαιολογεί στην ψυχοσύνθεση του ταραγμένου λαού τη μεταβολή του πολιτεύματος αρχικά, αλλά και, αργότερα, με την επικράτηση των 400, το να «βγάζουν από τη μέση» κάθε «ενοχλητικό» για το καθεστώς τους, το Φρύνιχο π.χ.. Είναι αναμφισβήτητο ότι μόνο με έναν τρομοκρατημένο όχλο και με άλλοθι την «ψυχολογία του όχλου» θα μπορούσαν οι Ολιγαρχικοί να επιβάλουν το καθεστώς τους. Σ’ ό,τι αφορά την «καμουφλαρισμένη» παραπληροφόρηση, πρέπει να ξαναγραφεί ότι έγκειται στο ότι ο Πείσανδρος και οι συν αυτώ πρότειναν μιαν αλλαγή πολιτεύματος που οι καιροί επιβάλλουν να εφαρμοστεί άμεσα στο όνομα των συμφερόντων του λαού τάχα. Έτσι, ασκήθηκε στον Αθηναϊκό λαό – με «όπλο» την απάτη περί της βοήθειας από τον Τισσαφέρνη προς την Ολιγαρχική Αθήνα για τη νικηφόρα συνέχιση και έκβαση του πολέμου – μια ολόκληρη ιδεολογική βία από τους μηχανισμούς των Ολιγαρχικών, για να ψηφίσουν υπέρ του Πείσανδρου οι πολίτες στην καθοριστική λαϊκή συνέλευση.
Ο γνωστός τραγωδιογράφος και πρόβουλος του 413 π.Χ. Σοφοκλής, πάντως, φέρεται να είπε, τότε (411 π.Χ.), στον Πείσανδρο, σχετικά με το Ολιγαρχικό πραξικόπημα, ότι δεν το ενέκρινε, δεν έβλεπε, όμως, εκείνη τη στιγμή καμιά καλύτερη διέξοδο από την κοινωνικοπολιτική κρίση στην Αθήνα. Ενδέχεται, παρά ταύτα, να μην ήταν ο γνωστός τραγωδιογράφος ο πρόβουλος και αυτός που έδωσε «ψήφο ανοχής» στους 400 δύο χρόνια αργότερα Σοφοκλής, αλλά ένας συνονόματός του Ολιγαρχικών φρονημάτων ρήτορας, ο οποίος, όταν έληξε ο Πελοποννησιακός πόλεμος, συμπεριλήφθηκε στους Τριάντα τυράννους που επέβαλε η Σπάρτη στην Αθήνα. Όπως, όμως, και να έχουν τα πράγματα, στις 7 του Ιούνη στα 411 π.Χ., οι 400 αναλαμβάνουν την εξουσία, έχοντας υπέρ τους και την «ψήφο ανοχής» πολλών απ’ όσοι, τα τελευταία χρόνια, εμφανίζονταν απογοητευμένοι από την φθίνουσα πορεία της Αθηναϊκής Δημοκρατίας ή από τους δημαγωγούς της πολιτικής ζωής.

184. Αντιφών ο Ραμνούσιος



Ρητοροδιδάσκαλος των κλασικών χρόνων από τους σπουδαιότερους και παχυλά αμειβόμενους λογογράφους, ο αρχαιότερος από όλους τους Αττικούς ρήτορες και συγγραφέας ρητορικών λόγων επ’ αμοιβή (λογογράφος) υπήρξε ο Αντιφώντας ο Ραμνούσιος. Γιος και μαθητής του σοφιστή Σωφίλου, που, καθώς λένε, ήταν δάσκαλος και του Αλκιβιάδη. 
Κλασική Αθήνα, η Αγορά, τόπος πολιτικών συζητήσεων και διεργασιών
Γεννιέται τα χρόνια των περσικών πολέμων (μετά το 490 και πριν το 480 π.Χ. ;) και καταδικάστηκε, το 411 π.Χ., ως προδότης, σε θάνατο, με την καταστολή του Ολιγαρχικού πραξικοπήματος, στο οποίο είχε πρωταγωνιστικό ρόλο ως θεωρητικός και ως «κατευθυντήριος νους» των πραξικοπηματίων.  Πέρα από την ποινή του θανάτου, ως ένοχος εσχάτης προδοσίας, ο Αντιφώντας τιμωρήθηκε και με απαγόρευση ταφής επί Αθηναϊκού εδάφους και με δήμευση της περιουσίας του, ενώ οι απόγονοί του με στέρηση των πολιτικών τους δικαιωμάτων.
Επειδή ήταν αντίθετος στη φιλολαϊκή πολιτική του Δημοκρατικού κόμματος, που «λύνει και δένει» στην Αθήνα επί Εφιάλτη και Περικλή και δημαγωγών, αλλά και επειδή έγινε, για τις Ολιγαρχικές του ιδέες, στόχος των κωμικών ποιητών (Πλάτων κ.α.), ο Αντιφώντας δεν αναμειγνύεται σε δημόσιες συζητήσεις. Δεν εμφανιζόταν ως ρήτορας ούτε στη Βουλή, ούτε στα δικαστήρια. Τελικά, προτιμά να δραστηριοποιηθεί στην πολιτική μετά το 413 π.Χ., μα η μόνη δημόσια ομιλία του ήταν η απολογία στο δικαστήριο, όπου τον προσήγαγαν, όπως προαναφέραμε, με την επαναφορά της Δημοκρατίας, το 411 π.Χ..
Τον Αντιφώντα το Ραμνούσιο είχε, μάλλον, ως διδάσκαλο κι ο ιστορικός Θουκυδίδης. Για το λόγο αυτό, στην «Ιστορία» του, τον εγκωμιάζει για το ήθος και τον τρόπο που αντιμετώπισε το τέλος του (βιβλίο 8ο, κεφάλαιο 68). Αλλά και στους «Βίους των 10 ρητόρων», που αποδίδονται στον Πλούταρχο, αναφέρεται ότι ο Αντιφώντας αποκαλείτο «Νέστωρ», για την οξυδερκή ενασχόλησή του με ρητορικούς λόγους.

Πέμπτη 3 Μαΐου 2012

183. Υγεία & Πρόνοια στην προπολεμική Ελλάδα



Όπως υπαγορεύει η πολιτική σκοπιμότητα ενός επιφανειακού λαϊκισμού, ο Ιωάννης Μεταξάς γρήγορα, μετά τις 4 Αυγούστου 1936, που εγκαθιδρύει το δικτατορικό του καθεστώς, αποκαλείται «Πρώτος Αγρότης», «Πρώτος Εργάτης», «ο Αρχηγός», «ο Κυβερνήτης». Έτσι, επιδίωκε να δημιουργηθεί στο λαό η εικόνα του ως μοναδικού και ανυπέρβλητου ηγέτη, που στηρίζεται στις λαϊκές μάζες, από τις οποίες και αυτός προέρχεται και ως πρώτος τη τάξει πολίτης της χώρας προασπίζει τα κοινωνικοπολιτικά δικαιώματά τους.
Σ’ ό,τι αφορά την κοινωνική της πολιτική, η δικτατορία Μεταξά εξέπληξε σίγουρα τους πάντες, όταν το Ι.Κ.Α.(Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων) ξεκίνησε να λειτουργεί από τις αρχές Δεκεμβρίου 1937. Η ασφάλιση ήταν σταδιακή. Υποκαταστήματα ιδρύθηκαν αρχικά στην Αθήνα, τον Πειραιά και την Θεσσαλονίκη, μέχρι το 1940 είχαν, όμως,  ιδρυθεί σε αρκετές ακόμη επαρχιακές πόλεις. Σε πρώτη φάση, το Ι.Κ.Α. ανέλαβε την περίθαλψη και την επιδότηση των παθόντων από εργατικά ατυχήματα. Στις αρχές του 1939, ιδρύθηκε η Υπηρεσία Παροχών και ξεκίνησε η έκδοση βιβλιαρίων ασθενείας για τους ασφαλισμένους, που παρείχαν δικαίωμα ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης. Μέχρι το τέλος του 1940 καταβάλλονται οι περισσότερες από τις παροχές και βέβαια οι συντάξεις. Παράλληλα, τέθηκαν σε λειτουργία τα ιατρεία στην Αθήνα και τον Πειραιά, ενώ το Ι.Κ.Α. συνεβλήθη με δημόσια και ιδιωτικά νοσοκομεία για την περίθαλψη των ασθενών του.
Ο Ιωάννης Μεταξάς εν μέσω υποτακτικών του (πηγή: εφημερίδα ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ, 6-8-2000)
Τον Οκτώβριο του 1937, σύμφωνα με στοιχεία που βρήκαμε για το Ι.Κ.Α. στο άρθρο του  Κωνσταντίνου Μαυρέα, «Κοινωνική και πολιτική ιδεολογία στην Ελλάδα του Μεσοπολέμου»[1], «ορκίστηκαν οι πρώτοι 150 περίπου υπάλληλοι, οι οποίοι έφθασαν στο τέλος του 1940 τους 835 διοικητικούς και τους 1145 υγειονομικούς, από τους οποίους 624 αποτελούσαν το κύριο υγειονομικό του προσωπικό. Σχηματίστηκε επίσης Γραφείο Μητρώου ασφαλισμένων με βάση τα στοιχεία του οποίου ο αριθμός των απογραφέντων μισθωτών ανήλθε σε 142.063 για την Αθήνα και 60.288 για τον Πειραιά, των δε εργοδοτών σε 17.396 και 6.234 αντίστοιχα. Στις αρχές Δεκεμβρίου του 1937 άρχισε η καταβολή των εισφορών για τις επιχειρήσεις που απασχολούσαν λιγότερους των πέντε μισθωτών, τον Απρίλιο δε του 1938 επεκτάθηκε και στις υπόλοιπες».
Το Ταμείο Ασφαλίσεως Εμπόρων[2] ιδρύθηκε το 1936 και το επόμενο έτος, συγκροτήθηκε το πρώτο Διοικητικό του Συμβούλιο, το οποίο ασχολήθηκε με την απογραφή των εμπόρων και τη σύνταξη του Καταστατικού λειτουργίας του. Σκοπός του Ταμείου είναι η ασφάλιση των προσώπων, που υπάγονται σ’ αυτό, σε περίπτωση ασθένειας, μητρότητας, αναπηρίας και γήρατος, καθώς και επίσης και των μελών της οικογένειάς τους σε περίπτωση θανάτου. Η ασφάλιση περιλαμβάνει δύο κλάδους: τον κλάδο Ασθένειας και Μητρότητας και τον κλάδο Σύνταξης.
 Η απογραφή περατώθηκε το 1939, δίνοντας τον αριθμό των 22.600 εμπόρων, από τους οποίους οι 402 ήσαν γυναίκες (ποσοστό 1,78%). Από την 1η  Ιανουαρίου 1940, άρχισε η ουσιαστική λειτουργία του Ταμείου, με την έναρξη πληρωμής των εισφορών από τους εμπόρους των μεγάλων πόλεων.
Λυπηρό, αναμφίβολα, γεγονός αποτελεί και αξιοπρόσεχτο το ότι «[…]παρά τον μεγάλο αριθμό των ασφαλιστικών ταμείων, το 1934 μόνο το 9% του συνόλου των εργαζομένων είναι ασφαλισμένοι (208.911 ασφαλισμένοι σε σύνολο 2.300.000)[…][3]«.
Να τονιστεί εδώ η πρωτοβουλία του Κράτους να ιδρυθεί, το 1937, το πρώτο δημόσιο ειδικό σχολείο στην Ελλάδα, για «ανώμαλους και καθυστερημένους παίδες» (!!!), με έδρα στην Αθήνα. Ο σχετικός νόμος παρείχε, επίσης, τη δυνατότητα ίδρυσης παρόμοιων αυτοτελών σχολείων, καθώς και ειδικών τάξεων προσαρτημένων σε κανονικά σχολεία, όχι μόνο στην Αθήνα, αλλά και στα υπόλοιπα διαμερίσματα της Ελλάδας.
Σ’ ό,τι αφορά την κυβερνητική πολιτική σε θέματα υγείας – πρόνοιας τα χρόνια του μεσοπολέμου, ας τονιστεί επιπλέον πως, ενώ το 1924 προηγείται η ίδρυση της Σχολής Αδελφών Νοσοκόμων του Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού με τριετές πρόγραμμα εκπαίδευσης, το Νοσοκομείο του οποίου άρχισε να λειτουργεί έξι χρόνια αργότερα (1930), το 1938 ιδρύεται η ΑΣΕΑΝ (Ανώτερη Σχολή Επισκεπτριών Αδελφών Νοσοκόμων), με πρώτη διευθύνουσα την Ελένη Βασιλοπούλου, την οποία στη συνέχεια διαδέχτηκε η Ευρυδίκη Αποστολάκη, που ειδικεύτηκε στο Παρίσι. Προηγούμενα,  το 1935, είχε ιδρυθεί το πρώτο Κέντρο Υγείας στην Αθήνα, στην περιοχή Αμπελοκήπων, με πρώτη επικεφαλής του Κέντρου την Ευρυδίκη Αποστολάκη. Η ΑΣΕΑΝ υπήρξε και η πρώτη σχολή, που από προδιαγραφή δέχτηκε μόνον απόφοιτες εξατάξιου γυμνασίου, ακολουθούμενη απ’ τη Σχολή Αδελφών Νοσοκόμων του Στρατού μεταπολεμικά, το 1948.
Στις 26/08/1937 ο πρόεδρος του ΠΙΚΠΑ Αθανάσιος Φίλωνας ιδρύει στο Νοσοκομείο Παίδων την πρώτη Σχολή Επισκεπτηριών Αδελφών Νοσοκόμων του Ιδρύματος (δεύτερη Σχολή του Νοσοκομείου), η οποία άρχισε να λειτουργεί στις 22/06/1938, ενώ το κτίριο της Σχολής πήρε τη σημερινή του μορφή στις αρχές του 1940.
Η στελέχωση των ιατρείων πρωτοβάθμιας περίθαλψης που επρόκειτο να ιδρύσει το ΠΙΚΠΑ δημιούργησε την ανάγκη της ιδρύσεως της Σχολής. Σκοπός της ιδρυόμενης Σχολής είναι: «Να προετοιμάση διπλωματούχους Νοσοκόμους και Αδελφάς Επισκεπτρίας και να καταστήση ταύτας αναγκαίον και χρήσιμον παράγοντα όχι μόνον διά την θεραπείαν του ασθενούς, αλλά και διά την πρόληψιν των ασθενειών και να εξυψώση την τέχνην της νοσηλείας εις ανώτερον επίπεδον διά της εγγραμμάτου γυναικός».
Στο διδακτικό προσωπικό της Σχολής συγκαταλέγεται ο Καθηγητής Γ. Ν. Μακκάς και όλο το ανώτερο προσωπικό της Κλινικής του, ένα άριστο επιτελείο διδασκόντων που διέθετε η Παιδιατρική Κλινική του Πανεπιστημίου. Η Σχολή λειτουργεί μέχρι τις αρχές του 1940, οπότε συγχωνεύεται με τη Σχολή Αδελφών που είχε ιδρυθεί στη μνήμη της βασιλίσσης Σοφίας και αποτέλεσαν τη Σ.Ε.Α.Ν., δηλαδή τη Σχολή Επισκεπτριών Αδελφών Νοσοκόμων, η οποία στεγάστηκε στην Υγειονομική Σχολή της Λεωφόρου Αλεξάνδρας. Από τη Σχολή αυτή πολλές Αδελφές χρημάτισαν Προϊστάμενες στα διάφορα Τμήματα της Παιδιατρικής Κλινικής του Πανεπιστημίου Αθηνών και όχι μόνο.
Στον πόλεμο του 1940, οι Αδελφές εργάστηκαν υποδειγματικά κάτω από δύσκολες και επικίνδυνες συνθήκες. Ο Ελληνικός Ερυθρός Σταυρός κινητοποίησε 3.000 περίπου Αδελφές, από τις οποίες 300 ήταν Διπλωματούχες και 2.700 Εθελόντριες.
Ενώ παραπάνω είδαμε την ίδρυση σχολείων για παιδιά με ειδικές ανάγκες, ξεχωριστή μνεία ας γίνει και στο ότι το 1937 εκδίδεται ο ΑΝ 726/4.6.37, που συστήνει ένα Φιλανθρωπικό «Ίδρυμα Προστασίας Κωφαλάλων» υπό τον άμεσο έλεγχο και εποπτεία του Υπουργείου Πρόνοιας. Από τότε και μέχρι σήμερα, λειτούργησε και εξακολουθεί να λειτουργεί το Ίδρυμα αυτό με τον ίδιο τίτλο, σε κτίριο στην περιοχή Αμπελοκήπων Αθηνών, που σχεδιάστηκε γι’ αυτόν ειδικά το σκοπό και του οποίου η ανέγερση περατώθηκε το 1938. Θεωρήθηκε δε, εκείνη την εποχή, έργο πολιτισμού, κόσμημα της Ελλάδας.
Πρέπει να γραφούν, όμως, λίγα επιπλέον λόγια για την ειδική αγωγή κατά τα τελευταία προπολεμικά χρόνια στην Ελλάδα, όπου σημαντικό ρόλο θα παίξει και η ιδιωτική πρωτοβουλία.
Η Ρόζα Ιμβριώτη (1898 - 1977)
Το 1937, ιδρύεται το Πρότυπο Ειδικό Σχολείο Αθηνών. «[…]Η παιδαγωγός Ρόζα Ιμβριώτη[4], διευθύντρια του σχολείου, εφαρμόζει τακτικές και πρακτικές για την αγωγή αυτών των παιδιών που φοιτούν στο σχολείο πρωτοποριακές. Με τη δημιουργική της φαντασία, κάνει προτάσεις να ιδρυθούν συμβουλευτικοί σταθμοί, ειδικά σχολεία σε μεγάλες πόλεις, οικοτροφεία και να διδάσκεται το μάθημα της θεραπευτικής αγωγής στις Παιδαγωγικές Ακαδημίες. Προτείνει να σταλούν δάσκαλοι στο εξωτερικό για εξειδίκευση στην ειδική αγωγή, να εξειδικευθούν ψυχίατροι στην θεραπευτική αγωγή, γυμναστές στην θεραπευτική γυμναστική και δάσκαλοι στην λογοθεραπεία[…]».
Το χρόνο αυτό, εξάλλου, (1937)  άρχισε να λειτουργεί και το Πρεβαντόριο στο Πήλιο, που δημιουργήθηκε με την επιμονή της Άννας Καραμάνη (της μετέπειτα συζύγου του Άγγελου Σικελιανού), στο πλαίσιο του υγειονολογικού και φιλανθρωπικού έργου που επιτελούσε από την ίδρυσή του το Σανατόριο του γιατρού Γ. Καραμάνη. Το Πρεβαντόριο και οι άνθρωποί του αγωνίζονταν, έως το 1941, να καλύψουν πραγματικές ανάγκες για ορισμένες κατηγορίες παιδιών σε μιαν εποχή που η ιδιωτική πρωτοβουλία αποκαθιστούσε τις υποχρεώσεις του κράτους και της κοινωνίας.
Αργότερα, το 1939, στη Φιλοθέη Αθηνών, ο σύλλογος «ΦΙΛΟΙ ΤΩΝ ΤΥΦΛΩΝ» ιδρύει τη Σχολή Τυφλών Κοριτσιών, που προσφέρει περισσότερο κοινωνική προστασία σε ανήλικα τυφλά κορίτσια. Μια ίδια σχολή, με το όνομα «ΗΛΙΟΣ», λειτουργεί στην Θεσσαλονίκη.
Το 1940, ιδρύθηκαν Αναμορφωτικά Καταστήματα Επαγγελματικής Εκπαίδευσης (Ν.2729/1940), που δέχονται παιδιά πάνω από 12 ετών.
Νωρίτερα, την περίοδο 1935 – 1937, ο Σωκράτης Καραντινός (1906 – 1979, σκηνοθέτης  του θεάτρου και συγγραφέας) δίδαξε αγωγή του λόγου στο «Μαράσλειο», ενώ ο ίδιος στο Πρότυπο Ειδικό Σχολείο Αθηνών, το 1937, έκανε αγωγή λόγου σε μιαν ειδική τάξη 12 – 15 μαθητών, που είχαν προβλήματα ομιλίας.
Έχει ιδιαίτερη σημασία σ’ ό,τι αφορά την υγεία και τη διατροφή του ελληνικού πληθυσμού να σταθούμε και στο ότι, στα 1939, οι Έλληνες καταναλώνουν 18 κιλά κρέας και 3 νωπό ψάρι. Επίσης, ξεχωριστή σπουδαιότητα κρύβει και το ότι, στον ύστερο μεσοπόλεμο, ο μέσος όρος ζωής των Ελλήνων, που ετησίως καταναλώνουν περί τα 40 κιλά γαλακτοκομικά στη δεκαετία του ’30 , αγγίζει τα 50 χρόνια, κάτι που ίσως σχετίζεται και με τη διατροφή[5].
Πλησιάζοντας προς το τέλος της παρούσης ενότητας, δε θα ‘πρεπε να λησμονήσουμε κάτι που αφορά την υγεία στην Κρήτη, που τα τελευταία προπολεμικά χρόνια μαστίζεται από ελονοσία. Σε κάποια περιοχή που υπάρχουν μόνιμα νερά, αλλά χωρίς δυνατή ροή, πιθανότατα θα ανταμώσουμε κάποια μικρά ψαράκια να κολυμπούν σε σημεία με πολύ μικρό βάθος. Στο μεγαλύτερο ποσοστό τους θα είναι  τα κουνουπόψαρα, Gambusia affinis.
Το είδος αυτό εισήχθη στη Κρήτη το 1937, από την Επιθεώρηση Καταπολέµησης της Ελονοσίας που είχε δημιουργηθεί από την Υγειονομική Σχολή των Αθηνών. Έτσι, κατασκευάστηκαν σε 3 πόλεις της Κρήτης (Χανιά, Ρέθυμνο και Ηράκλειο) ειδικές δεξαμενές (τεχνητά ενυδρεία, όπως ονομάστηκαν) για τη διατήρηση πληθυσμών G. affinis και τη συνεχή διασπορά τους σε περιοχές µε τέλματα και τενάγη, όπου ενδημούσαν οι ανωφελείς κώνωπες. Σ’ ό,τι αφορά την πόλη του Ηρακλείου, οι εμπλουτισμοί έγιναν στις δυτικές περιοχές Γιόφυρου, Γαζανού και Ξηροπόταμου και τις ανατολικές Καρτερού και ίσως του Αποσελέμη, καθ’ όλη την περίοδο από 1937 – ’45.
Υφυπουργός Εργασίας, σ’ όλη τη διάρκεια της Μεταξικής περιόδου, χρηματίζει ο Αριστείδης Δημητράτος, ενώ ο μετέπειτα πρωθυπουργός Αλέξανδρος Κορυζής, ο Ιωάννης Δουρέντης (διατηρώντας ταυτόχρονα και το χαρτοφυλάκιο του υπουργείου Εσωτερικών) και ο Ηλίας Κριμπάς διατελούν Υπουργοί Υγείας και Πρόνοιας, από 4 Αυγούστου 1936 έως 12 Ιούλη 1939 ο πρώτος, 12/07 μέχρι 04 Σεπτέμβρη 1939 ο δεύτερος και 05/09/1939 – 29/01/1941 ο τελευταίος[6]. Επ’ ευκαιρία, ας γραφεί ότι, λίγο πριν τον πόλεμο, έχουμε και τον Α.Ν.1565/1939 (ΦΕΚ16/Α/1939) που ορίζει τα «Περί κώδικος ασκήσεως ιατρικού επαγγέλματος».
Στις 7 Αυγούστου του 1933[7], μια Ελληνίδα που έτρεφε τρυφερά αισθήματα για τα πάσχοντα και άπορα παιδιά, αποφάσισε, με μυστική διαθήκη, να αφήσει ολόκληρη την περιουσία της, που ανήρχετο τότε σε 15.000.000 δρχ., ώστε να ιδρυθεί μια παιδιατρική κλινική με την επωνυμία «Κλινική Παίδων Παν.& Αγλαΐας Κυριακού και οικογένειας Σπυρίδωνος Αντωνιάδη».
Το οικόπεδο για την ανέγερση της κλινικής παραχωρήθηκε δωρεάν από το γειτονικό Νοσοκομείο Παίδων «Αγία Σοφία». Η εκπόνηση των σχεδίων ανατέθηκε σε τριμελή επιτροπή, που αποτελείτο από τους Φωκίωνα Κοπανάρη, Γεώργιο Μακκά και Ιωάννη Αντωνιάδη, αρχιτέκτονα, αδελφό της δωρήτριας, Αγλαΐας Κυριακού. Μάλιστα, το Τεχνικό Επιμελητήριο της Ελλάδος τίμησε τον αρχιτέκτονα Ιωάννη Αντωνιάδη με «Τεχνικό Αριστείο» για την αρτιότητα των εκπονηθέντων σχεδίων του κτιρίου.
Ο Υπουργός Υγείας, Αλ. Κορυζής 
Επειδή το κόστος κατασκευής υπερέβαινε το κληροδοτημένο ποσό, ο τότε Υπουργός Υγείας, Αλέξανδρος Κορυζής, ενέκρινε την χορήγηση του υπόλοιπου ποσού που απαιτείτο για την ολοκλήρωση του Ιδρύματος. Επί πλέον, ο Υπουργός, εξασφάλισε δια νόμου την ετήσια επιχορήγηση του ιδρύματος, από τον κρατικό προϋπολογισμό με ποσό της τάξης του 1.500.000 δρχ. Στις 8 Νοεμβρίου 1934, ετέθη ο θεμέλιος λίθος. Τους πρώτους μήνες του 1938 ολοκληρώθηκαν οι οικοδομικές εργασίες, καθώς και ο πλήρης εξοπλισμός του.
Το όραμα της Αγλαΐας Π. Κυριακού ολοκληρώνεται στις 27 Απριλίου 1938, ημέρα που έγιναν και τα εγκαίνια του Ιδρύματος με μεγάλη επισημότητα, παρουσία του τότε Βασιλέα Γεωργίου του 2ου, του Υπουργού Υγείας, Αλεξάνδρου Κορυζή, και του Αρχιεπισκόπου Αθηνών, Χρυσοστόμου. Λίγους μήνες αργότερα, στις 15 Αυγούστου 1938, δρομολογείται η πλήρης λειτουργία του Νοσοκομείου με δύναμη 20 κλινών, εκ των οποίων 10 στην Α΄ Παιδιατρική και 10 στη Β΄ Παιδιατρική. Μέσα σε διάστημα μερικών μηνών, η δύναμη των κλινών διπλασιάστηκε.
Πρώτος ασθενής ήταν ο Ιωάννης Ν. Θειακούλης, ηλικίας 7,5 μηνών. Αιτία εισόδου: από 3ημέρου διάρροια. Όπως αναφέρεται στα πεπραγμένα του Ιδρύματος, κατά το πρώτο 5μηνο της λειτουργίας του (Αύγουστος – Δεκέμβριος 1938), στην Α’ Παιδιατρική εισήλθαν 139 ασθενείς. Εκ τούτων είχαμε 89 ιάσεις, 27 βελτιώσεις, 11 εξιτήρια και 12 θανάτους. Στο εξωτερικό ιατρείο εξετάσθηκαν 782 παιδιά. Στη Β΄ Παιδιατρική εισήλθαν 164 παιδιά, 86 θεραπεύτηκαν πλήρως, 31 βελτιώθηκαν, 10 παρέμειναν στην ίδια κατάσταση και 7 απέθαναν. 30 ασθενείς δε παραμένουν κατά την 31ην Δεκεμβρίου 1938.
Η Α’ Παιδιατρική Κλινική του Εθνικού Πανεπιστημίου είναι η πρώτη Παιδιατρική Κλινική που δημιουργήθηκε στη χώρα μας. Μετά από άοκνες προσπάθειες, ο Καθηγητής Χ. Μαλανδρίνος κατορθώνει να οδηγήσει την Κλινική (26 Αυγούστου 1926) στη σημερινή της κατοικία, στο Νοσοκομείο Παίδων «Η Αγία Σοφία». Αρχικά, διέθετε 79 κλίνες στα διάφορα περίπτερα (Α. Συγγρού, Λοιμωδών ή Μακκά, Κοργιαλένειο, Ιλαράς, Οστρακιάς, Σιμοπούλειον, Νέον Παθολογικόν, Φυματιωδών Μηνιγγιτίδων ή Χωρέμειον, Νέον Τμήμα) μέχρι το 1964 και έκτοτε, στον 5ο  και 6ο  όροφο του κεντρικού κτιρίου, όπου παραμένει μέχρι σήμερα με τον ίδιο περίπου αριθμό κλινών.
Το Δεκέμβριο του 1935, το Νοσοκομείο Παίδων με Αναγκαστικό Νόμο περιέρχεται στα τμήματα του Πατριωτικού Ιδρύματος Προστασίας του Παιδιού. Κατά το ακαδημαϊκό έτος 1935 – 1936, ο Καθηγητής Γ.Ν. Μακκάς απολύεται και Καθηγητής Παιδιατρικής και Διευθυντής του Νοσοκομείου αναλαμβάνει ο Κωνσταντίνος Χωρέμης. Από το επόμενο ακαδημαϊκό έτος, Καθηγητής αναδιορίζεται ο Γεώργιος Ν. Μακκάς. Η παράδοση της Κλινικής από τον έναν Καθηγητή στον άλλο δημιούργησε διάφορα προβλήματα και έγινε τελικά με έγγραφο του Πρυτάνεως.
Στο μεταξύ, στις αρχές Μαρτίου του 1936, το Πατριωτικό Ίδρυμα Προστασίας του Παιδιού μετονομάζεται σε «Πατριωτικόν Ίδρυμα Κοινωνικής Προνοίας και Αντιλήψεως», ενώ στις 23 Μαρτίου 1936 διορίζεται ο πρώτος Διοικητικός Διευθυντής του Νοσοκομείου ο Ιωάννης Ιωαννίδης.
Μετά την ανάληψη των καθηκόντων της διακυβερνήσεως της χώρας από την Κυβέρνηση Κ. Δεμερτζή, από το νοσηλευτικό (Διευθύνουσες Αδελφές: Νένα Κατσάνου, Δόμνα Βαλσαμά, Ευφροσύνη Αργυροπούλου, Mis Willms, Κλεονίκη Κλωνάρη), διοικητικό και βοηθητικό προσωπικό άλλοι απολύονται, άλλοι προσλαμβάνονται (ιματιοφύλακας,  λογιστής – ταμίας, θυρωρός, βοηθός λογιστού), άλλοι μετατάσσονται, ενώ 6 μήνες αργότερα προσλαμβάνονται οι απολυθέντες,  απολύονται οι νεοπροσληφθέντες (φροντιστής – αποθηκάριος, θυρωρός, λογιστής – ταμίας) και επανέρχονται στις θέσεις τους οι μεταταγέντες.
Κατά το 1936, λειτουργεί, πλέον, ολόκληρο το Τμήμα «Λοιμωδών», δεδομένου ότι διευθετείται η κατοικία των Αδελφών, οι οποίες κοιμούνται στα Περίπτερα του «Εμπορικού Συλλόγου». Καθορίζονται δύο θάλαμοι στο «Κοργιαλένειο» Περίπτερο για τη νοσηλεία παιδιών με τύφο. Την περίοδο αυτή, παρατηρούνται διάφορα προβλήματα: Οι εσωτερικοί ιατροί της Κλινικής δημιουργούν πρόβλημα στη λειτουργία του Νοσοκομείου με την ιδιωτική τους πελατεία και επιπλέον απειλούν το νοσηλευτικό προσωπικό. Το γάλα «Minerva» το Νοσοκομείο το προμηθεύεται επί πληρωμή από την αποθήκη του ΠΙΚΠΑ. Το Νοσοκομείο νοσηλεύει, έναντι συμβολικών νοσηλίων, παιδιά του Ορφανοτροφείου Κεφαλληνίας και γίνεται η σκέψη για τη δωρεάν περίθαλψή τους, τόσο διότι το Ορφανοτροφείο είναι φτωχό, όσο και για να μην δυσαρεστηθεί ο Καθηγητής Μαρίνος Γερουλάνος (ο οποίος έχει σχέση ως Κεφαλλονίτης με το Ορφανοτροφείο), δεδομένου ότι εξυπηρετούσε το Νοσοκομείο δεχόμενος στην Κλινική του παιδιά του Νοσοκομείου με χειρουργικά προβλήματα.
Το 1938, φαίνεται να δημιουργεί πρόβλημα στην Παιδιατρική Κλινική και ο Διοικητικός Διευθυντής του Νοσοκομείου των Παίδων, διαταράσσοντας την εκπαίδευση των μαθητριών μαιών της Δημόσιας Μαιευτικής Σχολής. Προβλήματα, όμως, πρέπει να δημιουργούνται στην Παιδιατρική Κλινική τόσο από τις καταχρήσεις (καυσοξύλων) του κατώτερου προσωπικού, όσο και από τα διάφορα πειθαρχικά παραπτώματα του διοικητικού προσωπικού του Νοσοκομείου, έστω κι αν λαμβάνονται διάφορα διοικητικά μέτρα, αλλά και από την ανάρμοστη και ανοίκειο συμπεριφορά ορισμένων υπαλλήλων. Πρόβλημα, όμως, στην Παιδιατρική Κλινική δημιουργεί και το ΠΙΚΠΑ, με τον διορισμό βοηθού σε αντικατάσταση κάποιου που αποχώρησε από την Κλινική, άλλου, διαφορετικού από αυτόν που είχε προτείνει ο Καθηγητής.
Η ενέργεια αυτή του Προέδρου του ΠΙΚΠΑ οφείλεται σε παρέμβαση των Ανακτόρων, όπως επιμαρτυρείται από τον ένα εκ των δύο πρωταγωνιστών, την ιατρό Μαρία Κολοκούρη.
Ιδιαίτερη μνεία, όμως, για την ιατρική στην Ελλάδα κατά το Μεσοπόλεμο, πρέπει να γίνει και στο ότι αφενός σύμφωνα με έρευνα του Μ. Παιδούση, κατά τους Βαλκανικούς και τον Α Παγκόσμιο Πόλεμο, δεν πραγματοποιήθηκαν μεταγγίσεις αίματος στην Ελλάδα, αφετέρου δε αργότερα και μέχρι το 1938 γίνονται περί τις 1935 μεταγγίσεις με άμεση και έμμεση μέθοδο χωρίς συντήρηση του αίματος .
Με την άμεση μέθοδο, ο αιμοδότης, στον οποίο γινόταν αποκάλυψη της φλέβας του, βρισκόταν κοντά στον ασθενή και το αίμα του μεταγγίζονταν με τη βοήθεια συσκευής OCHLECKER, BECK ή JUBE αμέσως. Με την έμμεση μέθοδο, το αίμα του αιμοδότη που και πάλι ήταν κοντά στον ασθενή λαμβάνονταν μέσα σε κύλινδρο με κιτρικό νάτριο και μεταγγίζονταν στον ασθενή με σύριγγες.
Για να αντιμετωπίσει τη δυσχέρεια εξεύρεσης αιμοδοτών ο Μ. Μακκάς ίδρυσε το 1935 την Οργάνωση Αιμοδοσίας του Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού και εργάστηκε με πάθος για την πραγματοποίηση των σκοπών της. Από την αιμοδοσία του Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού , της οποίας πρώτος Δ/ντής υπήρξε ο Μ. Παιδούσης, διατέθηκε το 1939 συντηρημένο αίμα για μετάγγιση.
Η προπαρασκευαστική εργασία ήταν ιδιαίτερα κοπιαστική, το αίμα λαμβανόταν σε σύριγγες των 60 ml που περιείχαν κιτρικό και γλυκόζη και συντηρείτο στο ψυγείο . Η πρώτη μετάγγιση συντηρημένου αίματος έγινε στις 30 Νοεμβρίου 1939 στο Λαϊκό Νοσοκομείο από τον Μ. Παιδούση, παρουσία του καθηγητή της χειρουργικής Γερ. Μακρή.
Το 1938, όμως, άρχισε να οικοδομείται, στην περιοχή των Άσπρων Χωμάτων του προσφυγικού συνοικισμού Νέας Κοκκινιάς Αττικής, ένα νοσοκομείο που ονομάσθηκε «Γενικό Κρατικό Νικαίας»,  ένα άλλο νοσηλευτικό ίδρυμα χτίζεται προπολεμικά και ξεκινά η πολύχρονή του «συμβολή» στον τόπο μας. «[…]Το 1932, ένας νεαρός τότε αρχιτέκτονας και μετέπειτα γνωστός καθηγητής της Αρχιτεκτονικής του ΕΜΠ, με σπουδαίο αρχιτεκτονικό και εκπαιδευτικό έργο, ο Ιωάννης Δεσποτόπουλος, αναλαμβάνει τον σχεδιασμό του Λαϊκού Σανατορίου του Θεραπευτηρίου «Σωτηρία»[8]. Το έργο θα ολοκληρωθεί το 1937 λόγω έλλειψης οικονομικών πόρων και θα αποτελέσει υπόδειγμα και για άλλα νοσοκομεία που χτίστηκαν αργότερα. Το 1940 θα προστεθούν ακόμη τέσσερα κτίρια, ο «οίκος αδελφών νοσοκόμων›, δύο θεραπευτήρια, ένα 300 κλινών γυναικών, ένα 300 κλινών ανδρών και ένα πολύ ενδιαφέρον κτίριο κεντρικών εγκαταστάσεων, που στέγαζε τα πλυντήρια, τα μαγειρεία και τους κοιτώνες προσωπικού, και εξυπηρετούσε όλο το συγκρότημα. Εργα των γνωστών αρχιτεκτόνων της εποχής Ι. Αντωνιάδη, Κ. Κιτσίκη, Π. Μεταξά και Π. Γεωργακόπουλου, αντίστοιχα[…]».
Μετά το 1922 και τη Μικρασιατική καταστροφή, η περιοχή των Μελισσίων Αττικής και μέχρι το 1940 γνώρισε σημαντική πληθυσμιακή ανάπτυξη, οφειλόμενη στους πρόσφυγες και τους φυματικούς. Από την εποχή αυτή, άρχισαν να κτίζονται στα Μελίσσια ειδικά νοσοκομεία – σανατόρια όπως το Σισμανόγλειο, το Νοσοκομείο Θώρακος του Κ. Τσαγκάρη και πολλές άλλες κλινικές και νοσηλευτικά ιδρύματα. Με Αναγκαστικό Νόμο, όμως, του 1938 του Κωνσταντίνου Κοτζιά, οι πάσχοντες από φυματίωση περιορίζονται στα βόρεια της πόλης προς την Πεντέλη στην τοποθεσία Θάλωσι, για προστασία της υγείας των υπόλοιπων κατοίκων της περιοχής.
Κάποια, εξάλλου, παραπήγματα, που είχαν κατασκευαστεί από το βρετανικό στρατό στη διάρκεια του 1ου παγκοσμίου πολέμου (1917 και 1918) για επιτόπια νοσηλεία των τραυματιών στην Εξοχή Ασβεστοχωρίου Θεσσαλονίκης, αποτέλεσαν την βάση για την ίδρυση από το Ελληνικό κράτος ενός «Νοσοκομείου Φυματιώντων» στην εν λόγω περιοχή. Τα κατοπινά χρόνια του Μεσοπολέμου, προστέθηκαν μερικές νέες εγκαταστάσεις και το 1938 το Νοσοκομείο μετονομάστηκε σε «Σανατόριο Ασβεστοχωρίου».
Κι αφού αναφερθήκαμε στη Θεσσαλονίκη, ας ιδούμε λίγα λόγια ακόμα για ένα πολύ γνωστό φιλανθρωπικό της ίδρυμα. Πρόκειται για το Παπάφειο Ορφανοτροφείο, που είχε χτιστεί την περίοδο από το 1894 έως το 1903, ενώ πολλές φορές η αρχική χρήση του παραβλέπεται προκειμένου να καλυφθούν έκτακτες στεγαστικές ανάγκες. Έτσι, κατά τον ύστερο Μεσοπόλεμο, παρατηρούμε πρώτα ότι το 1935 μετονομάζεται σε Εθνικό Παπάφειο Ορφανοτροφείο «ο Μελιτεύς» και κατόπιν, από το 1936 – 1938, χρησιμοποιείται για τη στέγαση του Παθολογικού τμήματος του Δημοτικού Νοσοκομείου, όταν αποτεφρώνεται η αντίστοιχη πτέρυγα. Με την κήρυξη του ελληνοϊταλικού πολέμου, το 1940, θα στεγάσει, όπως και άλλοτε, το Στρατιωτικό Νοσοκομείο, ενώ, κατά τη διάρκεια της Κατοχής, το Γενικό Γερμανικό Νοσοκομείο.
Μαθητευόμενοι ξυλουργοί στο "Παπάφειο Ορφανοτροφείο" Θεσ/νικης
Το 1938, εποχή που η Ρευματολογία ήταν ανύπαρκτη ειδικότητα, αναφέρεται σε στατιστικές του Σκυλίτσειου Νοσοκομείου στη Χίο, η νοσηλεία με επιτυχία 14 ασθενών με ρευματικά νοσήματα (ρευματική αρθρίτις, ρευματική μυαλγία κ.α.). Παράλληλα, το κοινωνικό έργο που επιτέλεσε το εν λόγω Νοσοκομείο υπήρξε σπουδαίο. Το Εκθετοτροφείο για παράδειγμα ανακούφισε σημαντικά το σοβαρό για την εποχή κοινωνικό πρόβλημα των εκθέτων βρεφών ( το 1939 παρέμεναν στο Ίδρυμα 11 έκθετα).
Θα ‘ταν παράλειψη, εάν δε γινόταν λόγος και για το «Δημόσιο Ψυχιατρείο Σούδας»,  στα Χανιά της Κρήτης. Κατά το έτος 1937, σύμφωνα με το Α.Ν. 965, το ίδρυμα οργανώνεται ως Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου με 330 κλίνες[9]. Κατά την διάρκεια του δεύτερου Παγκόσμιου πολέμου, λόγω των συνεχών αεροπορικών επιδρομών, το ψυχιατρείο μεταφέρθηκε, αρχικώς (15/01/1941) στο κτήμα Βερίτ Μπέη στην περιοχή Μουρνιές Χανίων, και αργότερα (Φεβρουάριος του 1942) στο κτήμα Σακήρ Βέη, ενώ επανεγκαταστάθηκε στην περιοχή της Σούδας μετά την αποχώρηση των γερμανικών δυνάμεων από την Κρήτη.
Αφού ο λόγος γίνεται για εκτός Αθηνών νοσοκομειακά ιδρύματα, ας γνωρίσουμε την πορεία του Νοσοκομείου Κοζάνης στον ύστερο Μεσοπόλεμο. Το νοσοκομείο Κοζάνης λειτουργεί από τις 13 Νοεμβρίου 1923. Σκοπός του νοσοκομείου ήταν η δωρεάν νοσηλεία των προσφύγων που ήρθαν στην Ελλάδα μετά τη Μικρασιατική καταστροφή και επεκτάθηκε αργότερα και στους απόρους γηγενείς του Νομού Κοζάνης, με την επωνυμία Κεντρικό Νοσοκομείο Προσφύγων.
Το Νοέμβρη του 1925 ο Ιωάννης Σιτμαλίδης παρέδωσε τα καθήκοντα του Διευθυντή στον πρώτο γιατρό του Νοσοκομείου Γεώργιο Κουπαρούσο. Ο Γεώργιος Κουπαρούσος παρέδωσε τα καθήκοντα του Διευθυντή στις 09 Σεπτεμβρίου 1935 στον γιατρό Ιωάννη Γιαντσούλη. Το νοσοκομείο λειτουργούσε αποκλειστικά με δαπάνες του δημοσίου. Το 1929 έγιναν ενέργειες από το Νομάρχη, από το Δήμαρχο Αστέριο Καραγκούνη και άλλους τοπικούς παράγοντες για την ανέγερση κατάλληλου κτιρίου για τη στέγαση του νοσοκομείου προσφύγων μετονομαζόμενο σε Δημοτικό. Από τον Οκτώβριο του 1929 άρχισε ο έλεγχος της απορίας των ασθενών με τα πιστοποιητικά απορίας. Το Σεπτέμβριο του 1935 το νοσοκομείο εκμίσθωσε το τριώροφο κτίριο του Ιωάννη Βαρβέρη, όπου εγκαταστάθηκε μέχρι το Σεπτέμβριο του 1958.
Τον Ιούλιο του 1936 διορίστηκε στο Νοσοκομείο η πρώτη μαία Θεολογία Μπέντα. Τον Ιούλιο του 1936 ύστερα από την παραίτηση του Διευθυντή Ιωάννη Γιαντσούλη, τα καθήκοντα του Διευθυντή ανατέθηκαν στον παθολόγο γιατρό Φιλόλαο Κούγια. Το έτος 1937 το ίδρυμα υπάγεται στις διατάξεις του Α.Ν. «περί οργανώσεως των Δημοσίων Νοσηλευτικών Ιδρυμάτων» ως Κρατικό Νοσοκομείο Κοζάνης και αποτελεί Ν.Π.Δ.Δ. Με την υπ’ αριθμ.25397/5-3-1938 εγκύκλιο του Υπουργείου Κρατικής Υγιεινής και αντίληψης και με το υπ’ αριθμ.2145/16-3-1938 έγγραφο της Γενικής Διεύθυνσης Μακεδονίας, ανακοινώνεται ότι από 1-4-1938 η διαχείριση του νοσοκομείου ασκείται από το Διοικητικό Συμβούλιο.
Το 1938, ανοίγεται η από 28-3-1930 μυστική διαθήκη του Κοζανίτη Στάμκου Αναστασίου (ΦΕΚ 366/38), με την οποία μεταβιβάζει όλη την κινητή και ακίνητη περιουσία του στο Νοσοκομείο για ανέγερση νέου κτιρίου. Το ίδιο έτος (1938), το νοσοκομείο επιχορηγείται από το Υπουργείο Υγιεινής με το ποσό των 5.000.000 δραχμών για την ανέγερση νοσοκομειακού κτιρίου στην Κοζάνη. Το 1939 έγινε από το Δήμο Κοζάνης απαλλοτρίωση οικοπέδου συνολικής έκτασης 16.420 τ.μ., το οποίο παραχωρήθηκε στο νοσοκομείο με δωρεά για την ανέγερση νοσοκομειακού κτιρίου. Το 1939, επίσης, δημοσιεύθηκε ο οργανισμός του νοσοκομείου που προβλέπει 50 κρεβάτια με τμήματα Παθολογικό - Χειρουργικό και Μαιευτικό - Γυναικολογικό.
Αξίζει, όμως, να δώσουμε, στο τέλος του παρόντος κεφαλαίου, και μια στατιστικού χαρακτήρα επισήμανση. Όπως φαίνεται από τα παρατιθέμενα στο βιβλίο του Κ. Κογιόπουλου «Η Ιστορία της υγείας στα Δωδεκάνησα το α’ μισό του 20ου αιώνα», σε σύγκριση με τα γύρω νησιά – Κυκλάδες, Σάμο, Λέσβο, Χίο και Κρήτη – τα Δωδεκάνησα, υστερούσαν, προπολεμικά, αρκετά σε νοσοκομεία και κλίνες. Το 1937, λοιπόν, στα ελληνικά νησιά η αναλογία κλινών ανά κάτοικο ήταν 1/540, ενώ στα Δωδεκάνησα 1/1020[10].




[2] Δες http://www.tebe.gr/tae/skopos.htm
[3] «Η Κοινωνική Ασφάλιση στην Ελλάδα. Η περίπτωση του ΙΚΑ» Έκδοση ΙΝΕ–ΓΣΕΕ,1993, σελ.19.
[4] Για Πρότυπο Ειδικό Σχολείο Αθηνών & Ρόζα Ιμβριώτη: http://www.pedia.gr/edu/sp/spg.html#Σ
[5] Βλ. Χεκίμογλου Ευάγγελος, «Η πολιτική οικονομία του λιμού», περιοδικό «ΙΣΤΟΡΙΚΑ» της εφημερίδας «ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ» (02/08/2001).
[6] Βλ. Γρ. Τζοβάρας, «Τα υπουργεία μας», εκδόσεις Ποντίκι.
[7] Για την ιστορία του «Νοσοκομείου Παίδων Π.& Αγλαΐας Κυριακού», βλ. http://www.aglaiakyriakou.gr/hospital_c.html.
[8] Για την ιστορία του «Σωτηρία», δες Μ. Καρδαμίτση–Αδάμη, «Το κτιριακό συγκρότημα της Σωτηρίας», εφημ. «Καθημερινή» – Επτά Ημέρες, 24–11–2002, σ. 18–20.
[9] Για την ιστορία του Ψυχιατρείου Σούδας, βλ. http://www.psycrete.gr/pages.fds?pageCode=004
[10] Βλ. Κ. Κογιόπουλου «Η Ιστορία της υγείας στα Δωδεκάνησα το α’ μισό του 20ου αιώνα». 
182. Οι σχέσεις βασιλιά Γεωργίου - Ι. Μεταξά



Όποιος ενδιαφέρεται να μελετήσει τη νεότερη ελληνική πολιτική Ιστορία, θα πρέπει να σταθεί με μεγάλη προσοχή και στη μετά το καλοκαίρι του 1936 σχέση του Ιωάννη Μεταξά με το βασιλέα Γεώργιο το Β’ και την Αυλή. Αρχικά, το Παλάτι, μολονότι ο βασιλιάς ήταν αγγλόφιλος, στήριζε τη δικτατορία της 4ης Αυγούστου και ήθελε το Μεταξά, που ήταν γερμανόφιλος, δηλωμένος αντικομμουνιστής και, κυρίως, αφοσιωμένος στο Θρόνο και πολέμιος του κοινοβουλευτισμού.
Όταν, όμως, «εξετράπη» ο Μεταξάς, ευκαιρία ίσως δόθηκε στο Παλάτι να τον «ελέγξει» στις 17 Νοεμβρίου του 1936, όταν τα λείψανα των γονέων του Γεωργίου Β’, δηλαδή του άλλοτε βασιλιά Κωνσταντίνου Α’ και της βασιλίσσης Σοφίας, και της γιαγιάς του, βασιλίσσης Όλγας, μεταφέρθηκαν από τη Φλωρεντία της Ιταλίας στην Ελλάδα. Ακολούθησε δημόσια κηδεία στην Αθήνα και επανενταφιασμός στην οικογενειακή κατοικία του Τατοΐου. Επίσης, στις 9 Ιανουαρίου του 1938, ο αδελφός του Άνακτος και Διάδοχος του Ελληνικού Θρόνου, αλλά και αρχηγός της Μεταξικής Ε.Ο.Ν., Παύλος νυμφεύτηκε τη Γερμανίδα πριγκίπισσα Φρειδερίκη και 10 μήνες αργότερα, αποχτούν το πρώτο τους παιδί, τη Σοφία (02/11/1938), που αργότερα θα γίνει βασίλισσα της Ισπανίας. Για το γάμο, μάλιστα, του αδελφού του ο βασιλιάς Γεώργιος αγόρασε, το 1937, στο Ψυχικό μια βίλα, που είναι, σήμερα, γνωστή ως «Ανάκτορο της Φρειδερίκης», και τη δώρισε ως γαμήλιο δώρο στους νεόνυμφους, Παύλο και Φρειδερίκη. Το καλοκαίρι του 1940, γεννιέται και ο κατοπινός βασιλιάς της Ελλάδος (1964 – 1974) και δεύτερο παιδί του Παύλου και της Φρειδερίκης, Κωνσταντίνος.
Ο βασιλιάς Γεώργιος, ο αδελφός του Παύλος, ο πρωθυπουργός  Ι. Μεταξάς και ο στρατηγός Παπάγος

Η βασιλική εξουσία, παρά την αρχή της «δεδηλωμένης» (1875 – Χ. Τρικούπης) και τα Συντάγματα (1843, 1864, 1911), στην Ελλάδα είναι ο «ελέω θεού» κυρίαρχος στην εσωτερική και την εξωτερική πολιτική της χώρας μέχρι τα μέσα του 20ου αιώνα. Η έξωση της δυναστείας και η, με δημοψήφισμα, κατάλυση της μοναρχίας των Γλύξμπουργκ το 1924 από την κυβέρνηση Αλεξάνδρου Παπαναστασίου υπέρ μιας θνησιγενούς ως αποδείχτηκε Δημοκρατίας του ελληνικού μεσοπολέμου (1924 – 1935) δεν συνέτισαν το Γεώργιο το Β’, που, όταν επανήλθε στο θρόνο το 1935, επιδίωκε να έχει τον πρώτο και τον τελευταίο λόγο στην πολιτική και κοινωνική και οικονομική ζωή του τόπου ως παντοδύναμος Άναξ.
Ο Ιωάννης Μεταξάς, ως κομματικός, προ του 1935, ηγέτης, δεν είχε καμία επιρροή στις λαϊκές μάζες, όπως φαίνεται εύλογα από τα αποτελέσματα των εκλογών, που συμμετείχε αυτόνομα [1] (15.7% και 51 έδρες το 1926, 5.3% και 1 έδρα το 1928, 1.59% και 3 έδρες το 1932, 2.26% και 6 έδρες το 1933 και 3.94% και 7 έδρες το Γενάρη του 1936, με μ.ο. ποσοστού: 5.762% και εδρών: 13.6). Παρά τη συμμετοχή του στις κυβερνήσεις Α. Ζαΐμη την περίοδο 1926 – ’28 και Π. Τσαλδάρη 1932 – ’35, το κόμμα του Μεταξά κινιόταν πάντα μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας και η προσωπική επιρροή του ίδιου ήταν απειροελάχιστη, ακόμη και μετά την επάνοδο της μοναρχίας (1935), της οποίας ήταν εκ των φανατικών οπαδών.  Η ανάρρηση του Μεταξά στην πρωθυπουργία μετά το θάνατο του πρωθυπουργού Κ. Δεμερτζή (Απρίλιος 1936) δεν ήταν αποτέλεσμα πασιφανούς λαϊκής ετυμηγορίας και στήριξης,  περισσότερο οφείλεται σε επιθυμία του βασιλιά και φόβο των «μεγάλων» κομμάτων (Λαϊκοί – Φιλελεύθεροι) μήπως αποβούν οι κομμουνιστές σε ρυθμιστές της πολιτικής κατάστασης.
Εάν λάβουμε, με προσοχή, υπόψη μας τα παραπάνω, εύκολα μπορούμε να καταλάβουμε και το χαρακτήρα της σχέσης που συνέδεε τον Ιωάννη Μεταξά και το Γεώργιο το Β’, έναν μη λαοπρόβλητο αλλά «δοτό» πρωθυπουργό, δηλαδή, από τη μια και ένα μονάρχη, από την άλλη που ήθελε να κυβερνά αυτός τον τόπο.
Έτσι, «[…] Ο Μεταξάς ξέροντας την έλλειψη υποδομής στήριξης του, δεν μπορεί να αντιτάξει ανεξάρτητο πολιτικό λόγο απέναντι στο πραγματικό κέντρο εξουσίας. Η συμπεριφορά του «παρακλητική» ή «δευτερεύουσα» δίνει το μέτρο της πολιτικής του εμβέλειας. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι στην πολιτική σχέση βασιλιά και πρωθυπουργού, ο δεύτερος δεν κατέβαλε φιλότιμες προσπάθειες για αύξηση των ερεισμάτων του και δημιουργία πυρήνων εξουσίας μέσα στην εξουσία.
Στο «Ημερολόγιο» του ο Μεταξάς, είναι ομιλητικός. Εκφράζεται «σοβαρά» απέναντι στο βασιλιά, ενώ στους υφιστάμενους του είναι αυταρχικός. Ξέρει ότι αγωνίζεται να πείσει ή να πιέσει το Βασιλιά και όχι να παρουσιάζει μια άλλη πορεία ερήμην του. Στο βαθμό δεν που πείθει, αυξάνονται και οι μετοχές του στο χρηματιστήριο της εξουσίας. Έστω κι αν εντυπωσιακά και μόνιμα διατηρούσε και το χαρτοφυλάκιο του υπουργού Εξωτερικών σ' όλη τη διάρκεια της δικτατορίας […][2]».



[1] Δες Αγγ. Ελεφάντης, «Η Επαγγελία της Αδύνατης Επανάστασης», 3η έκδοση, Αθήνα 1999, εκδόσεις «Θεμέλιο», σ. 430 – 431.
[2] «Η 4η Αυγούστου στο Διεθνή χώρο», Λάρκος Λάρκου,  http://www.larkoslarkou.org.cy/history_003.shtml

Τετάρτη 2 Μαΐου 2012

181. Απεργία στην Κρήτη


Από το φύλλο του «Ριζοσπάστη» της 2ας Μαϊου 1918 (αρ. φύλλου 280, σελ. 1), «αλιεύσαμε» μια σημαντική είδηση. Τις ημέρες εκείνες, οι καπνεργάτες του Ηρακλείου Κρήτης προχώρησαν σε απεργία. 
Ηράκλειο, η κεντρική Λεωφόρος Καλοκαιρινού στα 1920

Αίτημά τους, που δεν έγινε δεχτό και τους εξώθησε στην απεργιακή κινητοποίηση, ήταν η αύξηση του ημερομισθίου τους. Για ενίσχυση του αγώνα των απεργών προσήλθαν και οι εργάτες του τελωνείου.
Η απεργία τελικά έληξε με παρέμβαση – μεσολάβηση  του διορισμένου από την κυβέρνηση Ελευθερίου Βενιζέλου και «Φιλελευθέρων»  Νομάρχη Ηρακλείου, Περικλή Κακλάνη. «Η διαφορά μεταξύ εργατών και εργοδοτών ελύθη, με πλήρη ικανοποίησιν των εργατικών αιτημάτων», όπως σημειώνει ο «Ριζοσπάστης». 

Δευτέρα 30 Απριλίου 2012

180. Των φρονίμων τα παιδιά...


Ο Λ. Κορομηλάς (1856-1923)
Το βράδυ της Δευτέρας 30ης Απριλίου 1912 ήταν πολύ δύσκολο για τον τότε Υπουργό Οικονομικών της Ελλάδας και γνωστό οικονομολόγο και διπλωμάτη, στέλεχος της Βενιζελικής παράταξης (κόμμα "Φιλελευθέρων"  από το 1910), Λάμπρο Κορομηλά (γενν. 1856- πεθ. 1923). 
Καθώς είχαν αποκλειστεί τα υπό οθωμανική κατοχή Δαρδανέλια παραμονές των βαλκανικών πολέμων, ήταν πολύ πιθανό να εξαντλούνταν τα ελληνικά αποθέματα σίτου και να μην μπορούσαν να φέρουν στην Ελλάδα φορτηγά πλοία νέες προμήθειες. Έτσι, ήταν ορατός ο κίνδυνος της πείνας του ελληνικού λαού, για τον οποίο, σύμφωνα με την εφημερίδα "Εμπρός" των Αθηνών (01.05.1912, αρ. φύλλου 5577, σελ.2), έκρουσαν "καμπανάκι" οι Πειραιώτες σιτέμποροι, την ώρα που όλα έδειχναν πως ο πόλεμος στα Βαλκάνια όλων των χριστιανικών κρατών εναντίον του Σουλτάνου ήταν προ των πυλών.
Ο Λ. Κορομηλάς, λοιπόν, κατόπιν εντολής του πρωθυπουργού Ελευθερίου Βενιζέλου, έπεισε τους σιτέμπορους του Πειραιά, μετά από πολύωρη νυχτερινή σύσκεψη, να επισπεύσουν τις παραγγελίες τους από την Αμερική πριν εξαντληθεί ό,τι έχουν στις αποθήκες. Οι σιτέμποροι του Πειραιά προμηθεύονταν σιτάρι από τη Σμύρνη, από τη Θεσσαλονίκη και από το Δεδεαγάτς (νυν Αλεξανδρούπολη), που την άνοιξη του 1912 ήσαν ακόμα λιμάνια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. 
Οι σιτέμποροι, μετά την υπουργική επέμβαση, επικοινώνησαν τηλεγραφικά και έκλεισαν για αγορά φορτίο αμερικάνικου σιταριού που βρισκόταν καθ' οδόν και είχε ήδη προορισμό τη Γένουα της Ιταλίας. Όπως σημειώνει, μάλιστα, η εφημερίδα "Εμπρός" στο προαναφερθέν δημοσίευμά της, "Ελπίζεται μάλιστα να κατορθωθή, ώστε το φορτίον των σιτηρών να μη χρονοτριβήση προσεγγίζον εις Γένουαν, αλλά να κομισθή πρώτον το προαγορασθέν εις τον Πειραιά εντός των 10 ημερών, καθ' ας υπολογίζεται ότι θα έχει εξαντληθή και το τελευταίον απόθεμα σιτηρών. Το ποσόν το οποίον θα κομισθή εις την Πειραϊκήν σιταγοράν υπολογίζεται ότι θα επαρκέση τουλάχιστον διά 40 ημέρας..."