Τετάρτη 28 Φεβρουαρίου 2018

B. 23. Η γενιά του Τριάντα και ο Κ. Παλαμάς


Η ποιητική γενιά του ‘30 ήρθε να ξεπεράσει το πνεύμα διάλυσης και παρακμής των ετών από το 1910 περίπου ως το 1930, αμφισβητώντας καθετί που σχετίζεται με την παλαιότερη λογοτεχνική παράδοση και το κοινωνικό της υπόβαθρο. Οι νέες τάσεις που παρουσιάζονται με τη γενιά του ‘30 και εξής –  υπερρεαλιστές,  αλλά και οι Σεφέρης και Ελύτης – αναπόφευκτα θα έρχονταν σε σύγκρουση με τις κυρίαρχες ποιητικές μορφές που δούλευαν ο Κωστής Παλαμάς και οι μιμητές του έργου του.
Ο Γιώργος Σεφέρης (1900 – 1971), αν και, όταν χρησιμοποιεί δεκαπεντασύλλαβο, μεταχειρίζεται την κλασική του μορφή, κανονικούς τονισμούς δηλαδή και σταθερή τομή στην 8η  συλλαβή, όχι σπάνια παραβαίνει τον κανόνα αυτό και χρησιμοποιεί τις ελευθερίες που εισήγαγε ο Παλαμάς· ο ελευθερωμένος στίχος του Παλαμά, ανάμεσα στα άλλα, προϋποθέτει παράβαση του νόμου της μεσαίας τομής. Μολονότι ο Σεφέρης από αντίδραση να δεχτεί γενικότερες φόρμες και τον τρόπο έκφρασης κι έτσι κατευθύνθηκε σε  νέες ποιητικές μορφές και κατέληξε σε μια δική του τεχνοτροπία (στίχος λιτός, υποβλητικά συμπυκνωμένος και ερμητικός), εντούτοις το γεγονός πως ο Παλαμάς γράφει σ’ ελευθερωμένο στίχο (τον ονομάζει, μάλιστα, «πολυτρόπο» στίχο, πρόκειται δηλαδή για μία μορφή στίχου ενδιάμεση ανάμεσα στον έμμετρο και τον ελεύθερο στίχο) και αναδείχνεται σε πρωτεργάτη του οδήγησε βαθμιαία τις νεότερες γενιές στη μετρική απελευθέρωση, τον ελεύθερο στίχο, που τις χαρακτηρίζει. Μολαταύτα, η πρώτη ποιητική συλλογή του Σεφέρη, τη «Στροφή» του 1931 με τον «Ερωτικό Λόγο», μοιάζει γραμμένη υπό έντονη παλαμική επίδραση.
Ο Γιάννης Ρίτσος
Στη δεκαετία του 1930, κάποιοι, όμως, της ίδιας ποιητικής γενιάς, όπως π.χ. ο Γιάννης Ρίτσος (1909 – 1990), εκφράστηκαν διαφορετικά από το Σεφέρη και δέχτηκαν θετικές επιδράσεις από τον Παλαμά. Ο ίδιος ο Παλαμάς εκφράζεται εγκωμιαστικά[1] για την ποίηση του Ρίτσου, ενώ ο Αλ. Αργυρίου σ’ ένα άρθρο του για το Ρίτσο[2] αναφέρει πως η κρίση του Παλαμά δείχνει έμμεσα ότι ο νεοτερισμός του Ρίτσου βρίσκεται πιο κοντά στην παραδοσιακή τεχνοτροπία του Παλαμά, απ’ ό,τι η πρωτοστάδια παραδοσιακή ποίηση του Σεφέρη. Κι αυτό αποχτά ιδιαίτερη σημασία, εάν δεχτούμε πως η ποιητική μορφή του «Επιτάφιου» (1936), μία προσπάθεια ανάπλασης του παραδοσιακού και όχι μόνο παλαμικού 15συλλαβου, πρέπει να εννοηθεί περισσότερο ως ένας ποιητικός νεοτερισμός του Ρίτσου, αφού αξιοποιεί τους ποιητικούς τρόπους στους οποίους στηρίχτηκε για να γράψει το πρώιμο έργο του, αλλά στην εποχή του θεωρούνταν ξεπερασμένοι. Ο «Επιτάφιος» ήρθε να ξαναθυμίσει τον παλαμικό τρόπο έκφρασης, για να διαφοροποιηθεί από τον «καρυωτακισμό», που ακόμα - έστω κι αν όδευε προς τη δύση του - επιζούσε, αλλά και από άλλες τάσεις της γενιάς του Τριάντα.
Θα κάνουμε, όμως, λόγο και για τη Λιλή Ιακωβίδη (1900 – 1985) της ίδιας λογοτεχνικής γενιάς, που  – σύμφωνα με τον Καραντώνη – «πρωτοάναψε τη λυρική της δάδα από τις τεράστιες φλόγες του Παλαμικού και αισθηματικού και οραματικού λυρισμού, που έδιναν τον κύριο τόνο στην ποίησή μας κατά τις δύο πρώτες δεκαετίες του αιώνα μας» [3]. Η Ιακωβίδη έχει γράψει ποίηση, θεατρικά, κριτικά και βιογραφικά έργα. Σύγχρονός της είναι ο Θεόδωρος Ξύδης (1910 – 1985), του οποίου, γράφει ο Καραντώνης πάλι,  «η ποίηση υπάρχει συγκροτημένη, ατομική, με τη δική της φωνή και αυτάρκεια […]. Δεν τη βαραίνει, δεν την αχρηστεύει, δεν τη σβήνει η σκιά των δύο μεγάλων ποιητών που λάτρεψε και μελέτησε και που στο έργο τους μαθήτεψε και ασκήτεψε: του Σικελιανού και του Παλαμά.»[4]
Θα θέλαμε να κοντοσταθούμε και στον Αντρέα Καραντώνη (1910 – 1982) και να τον ιδούμε, πέρα από κριτικό, και ως ποιητή, της γενιάς του ‘30 αφενός και αφετέρου «θαυμαστή» και «επίγονο» του Παλαμά. «Απ’ τον Παλαμά [πάλι] και την παλαμική παράδοση διατηρεί τον «παφλάζοντα λόγο», την «οριζόντια» ανάπτυξη, την τάση να επεκτείνεται αντί να συμπυκνώνει, την εκλογικευμένη κάποτε διατύπωση ιδεών, κάποια ίχνη θεματογραφίας, την αμετροέπεια και τη χρήση τύπων της δημοτικής  που θυμίζουν την εποχή των πρώτων γλωσσικών αγώνων»[5].
Με ενδιαφέρον, αλήθεια, αντιμετωπίζουμε και το ότι ο Οδυσσέας Ελύτης, στην «Αναφορά στον Ανδρέα Εμπειρίκο» (1978), μας δίνει κάποιες πληροφορίες σχετικά με αυτές τις «παλαιές τεχνοτροπίες» του υπερρεαλιστή Εμπειρίκου: «Η συναισθηματική του εκτόνωση σε στίχους», γράφει, «είχε αρχίσει τόσο πρόωρα, που σε ηλικία είκοσι χρόνων να διαθέτει ήδη στο ενεργητικό του ένα πλήθος ποιήματα γραμμένα πάνω στ’ αχνάρια των ποιητών που κάθε φορά τον γοήτευαν περισσότερο, κατ’ εξοχήν του Κωστή Παλαμά  κάτι που σήμερα μας φαίνεται τουλάχιστον παράδοξο».  Αυτή, εξάλλου, η προτίμησή του προς τον Παλαμά φαίνεται και με πολλούς τρόπους στα γράμματά του προς τον αδελφό του Μαράκη[6].
Ο Κ. Θ. Δημαράς σημειώνει, εξάλλου, για τον Κώστα Βάρναλη, μιαν άλλη σημαντική μορφή της ποίησης της γενιάς του ’30, και ότι «η επίδραση του Παλαμά είναι πολύ αισθητή στα έργα της νεότητάς του»[7], ενώ και ο Μ.Vitti πιστεύει ότι κάποια ποιήματα του Βάρναλη εκφράζουν «αισθήματα οργής και εξέγερσης που εύκολα θυμίζουν τον «Δωδεκάλογο του Γύφτου» του Παλαμά»[8].
Έχει, όμως, ιδιαίτερο ενδιαφέρον να διαβάσουμε όσα έγραψε ο Γ. Μωραϊτης για τη σχέση της γενιάς του ‘30 με τον Κ. Παλαμά[9]: « […] Στη θέση του Παλαμά αντιπαραθέτουν τη «Γενιά του ‘30», σαν το «άκρον άωτον» της γνήσιας, της καθαρής τέχνης και δημιουργίας. Κανείς, φυσικά, δεν αμφισβητεί την πνευματική δημιουργία των μεταγενέστερων (αλίμονο, αν μετά τον Παλαμά δεν ερχόταν τίποτε!).
Αλλά, αν επιχειρήσει κανείς να αναλύσει το έργο της γενιάς αυτής, θα διαπιστώσει πως όλοι αυτοί αναπτύχθηκαν κάτω από τη «βαριά σκιά του Παλαμά». Γιατί, αν και ο συναγερμός της γενιάς του 1880 τελειώνει κάπου στα μέσα της δεκαετίας του ’20 – ’30, κάποια πλευρά του παλαμικού έργου βρίσκεται μέσα στο έργο αυτών των μεταγενέστερων.
Άλλαξε, βέβαια, η εποχή και όχι μόνο για την Ελλάδα, αλλά, πολύ νωρίτερα, και για την Ευρώπη. Περάσαμε σ’ αυτό που τόσο εύστοχα είχε δηλώσει ο Μακρυγιάννης, από το «εμείς» στο «εγώ» και συνεπώς άλλαξε η οπτική γωνία των διανοουμένων. Δε βλέπουν πια με το μάτι του συνόλου, αλλά με τη διάθεση της υποκειμενικότητάς τους και της ατομικότητάς τους. Κι αυτός ο Ελύτης, αν εξαιρέσει κανείς τα μεγάλα του ποιήματα («Το Άξιόν Εστι», π.χ., το «Άσμα ηρωικό και πένθιμο για τον χαμένο ανθυπολοχαγό της Αλβανίας»), που γράφηκαν κάτω από εξαιρετικές στιγμές ανθρώπινης ανάτασης, δεν είναι με το «εγώ»; Και ο Σεφέρης με τις συλλογές του δεν τραγουδάει ατομικά, προσωπικά βιώματα; Η μήπως οι πεζογράφοι, που μηρυκάζουν τον πόνο και τη νοσταλγία τους για τις χαμένες πατρίδες, στο «εγώ» δε βρίσκονται; Και ο μεγάλος Σικελιανός, ποιητής – φιλόσοφος με βαθιά ιστορική συνείδηση, ένα άλμα δεν κάνει με το παιγνίδι των Δελφικών Γιορτών, μία υποκειμενική σύλληψη που δυνάμωσε το ιδεαλιστικό αντίκρισμα της αρχαίας ελληνικής ζωής;
Βέβαια, υπάρχουν και ποιητές που στέκονται πιο κοντά στο «εμείς», και εννοώ τους δύο Λάκωνες, το Ρίτσο και το Βρεττάκο και λιγότερο κάποιους άλλους. Δεν αναφέρομαι στο Βάρναλη, που ανεμίζει τη σημαία της κοινωνικής απελευθέρωσης. Αυτός είναι ένα άλλο μάτι, μία άλλη σκέψη και μία άλλη φωνή […]».


[1] Κ. Παλαμάς, άρθρο υπό τον τίτλο «Κρίση» στο περιοδικό «Νεοελληνικά Γράμματα», 18/09/1937, Αθήνα.
[2] Αλ. Αργυρίου, «Γιάννης Ρίτσος» στου Γ. Γουδέλη, «Ανθολογία της σύγχρονης κριτικής».
[3] Αντρέας Καραντώνης, «Ποιητικά» (κριτικά κείμενα), εκδόσεις «Νικόδημος», Αθήνα, 1977.
[4] Αντρέας Καραντώνης, «Ποιητικά» (κριτικά κείμενα), εκδόσεις «Νικόδημος», Αθήνα, 1977.
[5] Δ. Τσάκωνας, «Η γενιά του 30, τα πριν και τα μετά», εκδόσεις «Κάκτος», Αθήνα, 1989.
[6] Γ. Γιατρομανωλάκης, «Βρέθηκε το χαμένο χειρόγραφο του Ανδρέα Εμπειρίκου», εφημερίδα «ΤΟ ΒΗΜΑ», 28/12/2008.
[7] Κ. Θ. Δημαράς, «Ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας», εκδόσεις «Ίκαρος», Αθήνα, 1985.
[8] Μ.Vitti, «Ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας», Εκδόσεις «Οδυσσέας», Αθήνα, 1978 (μτφρ Μυρσίνη Ζορμπά).
[9] Γ. Μωραϊτης, « Ο Παλαμάς που δε διδάσκεται στην εκπαίδευση», εκδ. Παπαδήμα, Αθήνα, 2001.

Τρίτη 27 Φεβρουαρίου 2018

Β. 22. Από γιος «στιγµατισµένου» δεινός πολιτικοστρατιωτικός ηγέτης

Σηµαντική φυσιογνωµία της Αθηναϊκής  πολιτικής ζωής και δεινή  στρατιωτική  ιδιοφυία  ανεδείχθη,  κατά  το α’ µ ισό του 5 ου αιώνα π. Χ., ο Κίµωνας, ο οποίος ήταν γιος του Μιλτιάδη, του νικητή της µάχης  στο  Μαραθώνα εναντίον των Περσών, το 490 π. Χ..
Ο Κίµωνας, σύµφωνα µε τις ιστορικές πηγές  για τη ζωή και τη δράση  του  ( Πλούταρχος,  Ηρόδοτος, Θουκυδίδης, Νέπως κ. α. ), στην ιδιωτική του  ζωή,  ήταν πολύ γενναιόδωρος και πρόσφερε  σ’ όσους  είχαν  ανάγκη τη βοήθειά του, ηθική  και  υλική.  Σ’  ό,τι,  λοιπόν,  αφορά τη δηµ όσια ζωή, ο γιος του Μιλτιάδη έχει συνδέσει άρρηκτα την κατοπινή του φήµη µε νικηφόρες κατά των Περσών ναυτικές επιχειρήσεις στο Αιγαίο Πέλαγος.
Οι επιτυχίες του ισχυροποίησαν και  τον πρωταγωνιστικό  ρόλο της  Αθήνας,   της   πατρίδας   του Κίµωνα, όχι µόνον ανάµεσα στις πόλεις  της  1ης Αθηναϊκής ή ∆ηλιακής συµµαχίας (µετά  το  477  π. Χ.), αλλά και στον ελλαδικό χώρο γενικότερα.


Αφού, κατά µιαν εκδοχή, ξεπλήρωσε ένα βαρύτατο χρηµατικό πρόστιµο, που είχε, λόγω της παταγωδώς αποτυχηµένης επιχείρησης στις Κυκλάδες (489 π. Χ.), επιβάλλει στον πατέρα του η Αθήνα και εξαιτίας του οποίου ο « στιγµατισµένος» Μιλτιάδης είχε πεθάνει στη φυλακή, ο Κίµωνας εξέρχεται από το δεσµωτήριο, όπου εκρατείτο µαζύ µε τον πατέρα του, και συµµετέχει  καταρχάς  επιτυχώς  στη  ναυµαχία  της   Σαλαµίνας   (480 π. Χ.). Άλλοι  λένε  πως   µια   ετεροθαλής   αδελφή   του Κίµ ωνα, η Ελπινίκη, παντρεµένη µ ε τον  πάµπλουτο Αθηναίο Καλλία,  « ταχτοποίησε»  την  πληρωµή  του προστίµου, παρά τις αντιρρήσεις  του  αδελφού  της,  ώστε να µπορέσει αυτός ν’  αποφυλακιστεί  και  ν’  αναµιχθεί στην πολιτική. Η ηλικία του Κίµωνα το  480  π. Χ.  ήταν, ίσως, κάπου ανάµεσα στα 25  µε 30 χρόνια  και  η  χρονιά της  γέννησής  του  τίθεται  ανάµεσα στο  510  και  το  505  π. Χ..
 Κατόπιν, και ενώ ο Θεµιστοκλής προσπαθεί να « ξεγελάσει» τους Σπαρτιάτες και να χτιστούν τα Τείχη της Αθήνας, ο  Ξάνθιππος  δίδει  το  αθηναϊκό  « παρών»  στη ναυµαχία της Μυκάλης (479 π. Χ.) και ο Αριστείδης οργανώνει την 1 η Αθηναϊκή ( ∆ηλιακή) συµµαχία και τις πόλεις της,   ο  Κίµωνας  τίθεται επικεφαλής του   αθηναϊκού και ορισµένες φορές και πανελλήνιου στόλου κατά των Περσών στη Μεσόγειο και το  Αιγαίο,  συνεχίζοντας  ό, τι είχε αφήσει ηµιτελές ο Αριστείδης την  περίοδο 479  – 478  π. Χ..
Η πρώτη επιτυχία  του  Κίµωνα  ήταν  η  προσάρτηση της Σκύρου στο  αθηναϊκό  κράτος.  Επιστρέφοντας  από  το εν λόγω αιγαιοπελαγίτικο νησί στην Αθήνα (475 /4 π. Χ.), έφερε µαζύ του τα οστά του ιδρυτή της  Αθήνας  και θρυλικού νικητή του Μινώταυρου, του Θησέα, που ανακοίνωσε ότι βρήκε εκεί µετά  την  τραγική  δολοφονία  του  Αθηναίου  βασιλιά  από  το  Λυκοµήδη,   που   ήταν, σύµφωνα µε  µύθους, βασιλιάς στη Σκύρο. Αυτό ανέβασε πολύ ψηλά τη δηµοτικότητα του Κίµωνα και τρία χρόνια αργότερα   (472 /1  π. Χ.),    µε    τον    οστρακισµό   του Θεµιστοκλή, άρχισε η πολιτική του σταδιοδροµία την ανοδική της πορεία.
Πριν προχωρήσουµε , ας αναφερθεί ότι ο  γάµος  του Κίµωνα µε την κόρη του Ευρυπτόλεµου και εγγονή του Μεγακλή, που είχε οστρακιστεί το  486  π. Χ.,  Ισοδίκη, από το µεγάλο γένος των Αλκµεωνιδών,  απ’  το  οποίο  κατάγεται και ο σηµαντικότερος πολιτικός του αντίπαλος, Περικλής, έγινε αφορµή να σταµατήσει η διαµάχη που υπήρχε µεταξύ των δύο οικογενειών από  τα  χρόνια  Μιλτιάδη – Ξάνθιππου. Έτσι, και –  µε  τη  συµπαράσταση και της οικογένειας των Κηρύκων, στην οποία ξεχωριστή θέση είχε ο δαδούχος και, « λακκόπλουτος» κατά την παράδοση, που διασώζει ο Πλούταρχος στο βίο του Αριστείδη, άντρας της αδελφής του, Ελπινίκης, ο Καλλίας – ο Κίµων σύντοµα έγινε επικεφαλής της αριστοκρατικής παράταξης. Βέβαια, οι πηγές –  αφού  αναφέρουν  πως πένθησε πολύ το θάνατο της Ισοδίκης – δείχνουν ένα άλλο πρόσωπο του Κίµωνα, αυτό του  «γυναικοκατακτητή», καθώς αναφέρονται ερωτικές του σχέσεις µε µια  γυναίκα από την Κλειτορία, που ήταν µ άλλον και  µάνα  των  γιων του, µ ε την ετεροθαλή αδελφή του, Ελπινίκη, και µε κάποιαν Αστερία απ’  τη  Σαλαµίνα  και  µε  κάποια Μνήστρα.
Σ’ ό, τι σχετίζεται µε τη στρατιωτική του δράση, διώχνει, λοιπόν, έκτοτε, ο Κίµωνας, µέσα σε µ ια δεκαετία περίπου, τους Πέρσες από τη Θράκη, τη Χαλκιδική και αρκετές περιοχές της Μικράς Ασίας και της Ιωνίας. Η µεγαλύτερη ναυτική επιτυχία του Κίµωνα ήταν η νικηφόρα ναυµαχία  του Ευρυµ έδοντα ποταµού (467  π. Χ.), ενώ όλη την περίοδο 475 – 465 π. Χ., τον  βρίσκουµε να επιβάλλει την  Αθηναϊκή κυριαρχία  σε διάφορες νησιωτικές περιοχές  ( Κάρυστος Εύβοιας, Νάξος, Θάσος).
Το νότιο τείχος, εξάλλου,  της  Ακρόπολης  των Αθηνών, αξίζει να σηµειωθεί, οικοδοµήθηκε την εποχή της ισχύος του Κίµωνα, ιδίως µ ετά τη νίκη στον Ευρυµέδοντα. Γι’ αυτό, και έφερε την ονοµασία «Κιµώνειο». Για την κατασκευή του, µάλιστα, απαιτήθηκε να διευρυνθεί η επιφάνεια του βράχου της Ακρόπολης στο νότιο τµήµα της µ ε την κατασκευή τεχνητού ανδήρου.
 Τα χρόνια εκείνα, σύµφωνα µε τον Πλούταρχο, έγινε και η θεµελίωση των Μακρών  Τειχών,  έργο  τεχνικά επίπονο και χρονοβόρο, λόγω του ελώδους  εδάφους,  που, για να καταστεί σταθερό, χρειάστηκαν επιχωµατώσεις από χαλίκι και µεγάλες πέτρες (465 π. Χ.).
Στα χρόνια ( έως το 461 π. Χ.) της παντοδυναµίας, εξάλλου,  του  Κίµωνα  και της ηγεσίας του στο κόµµα των ολιγαρχικών, εντάσσονται από τους αρχαιολόγους επίσης: η κατασκευή του  Θησείου  για την τοποθέτηση των  οστών  του  Θησέα,  η  κατασκευή της Θόλου, για  τους  πρυτάνεις,  η  οικοδόµηση  της Ποικίλης Στοάς στην αθηναϊκή αγορά, η δεντροφύτευση της αγοράς και η ανάθεση της ανοικοδόµησης του Τελεστηρίου στην Ελευσίνα.

Το 464 π. Χ., όµως, καθώς η περιοχή της Σπάρτης γνωρίζει σεισµική έξαρση και ξεσπά και επανάσταση των ειλώτων, ηγείται εκστρατευτικού σώµατος που έφυγε από  την Αθήνα και πήγε να βοηθήσει τους Σπαρτιάτες, προς τους οποίους διέκειτο φιλικά, αλλά αυτοί, βλέποντας το στρατό του, τον έδιωξαν. Το « άστρο»  του  πια  όδευε  προς τη δύση του και ο Κίµ ωνας, µετά την επιστροφή του στην Αθήνα, αφού το 463 π. Χ. « αποκρούει» µιαν κατηγορία του Περικλή για κακοδιοίκηση της Θράκης, τελικά δεν  αποφεύγει τον οστρακισµό κι αυτός, επειδή, τάχα, οι Σπαρτιάτες δεν δέχτηκαν τη βοήθεια  των  Αθηναίων  και τους είχαν προσβάλει διώχνοντάς τους. Ήταν το 462/1 π. Χ..
 Το 451 π. Χ., όµως, ενώ ήδη ο σηµαντικότερος πολιτικός του αντίπαλος Περικλής ήταν παντοδύναµος στο εσωτερικό της Αθήνας, ο Κίµωνας, έχοντας  επιστρέψει ξανά, από το 454 π. Χ. κατόπιν  πρότασης  του  Περικλή,  στην πόλη και στην ενεργό πολιτική, αναλαµβάνει εκ νέου αρχιναύαρχος των Αθηναίων και των συµµάχων τους και πλέει ως την Κύπρο, για να την απελευθερώσει από τον Περσικό ζυγό και να κατανικήσει, όπως ονειρευόταν, την Περσία,  ολοκληρώνοντας  το   « έργο»   που   είχε   αφήσει ηµιτελές προ ετών! Στα υπέρ του Κίµωνα ήταν και το ότι, λίγο µετά την επιστροφή του (453/ 2 π. Χ.), είχε πετύχει, λόγω  των  χρόνιων  δεσµών  του  µε   τους  Λακεδαιµονίους, µιαν πενταετή ανακωχή µε τη Σπάρτη.
∆υστυχώς γι’ αυτόν, όµως, στην Κύπρο, ούτε αυτή  την φορά, κατάφερε να «σβήσει από το χάρτη» τους Πέρσες… Παρολαυτά,  µολονότι  ο  θάνατος  βρήκε   τον Κίµωνα στην πρώτη γραμµή των επιχειρήσεων το 450/449  π. Χ., ο στόλος του πέτυχε σπουδαία νίκη ενάντια στον περσικό, στη ναυµαχία του Κιτίου. Το « ευτράπελο» είναι  ότι η ναυµαχία δόθηκε ενώ όλοι, εχθροί και συστρατιώτες, νόµιζαν ότι ο Κίµων ήταν ζωντανός και κατεύθυνε τις επιχειρήσεις επί 30 ηµέρες. Όμως κατά τις επιχειρήσεις στη Σαλαμίνα χάθηκε κι ο Αναξικράτης, ο οποίος είχε αναλάβει την αρχηγία του εκστρατευτικού σώματος των Αθηναίων μετά το θάνατο του Κίμωνα. Αν πιστέψουμε τη μαρτυρία του Ισοκράτη , οι αθηναϊκές απώλειες ήταν τεράστιες και μπορούν να συγκριθούν με τις καταστροφές στη Σικελία, στην Αίγυπτο και στους Αιγός Ποταμούς. Ο Ισοκράτης λέει πως οι Αθηναίοι έχασαν στην Κύπρο 150 τριήρεις! 

Έθεσε, λοιπόν, τέλος έτσι η νίκη στο Κίτιο στους νικηφόρους επιθετικούς πολέµους των Αθηναίων κατά του Μεγάλου Βασιλέα και οριοθετώντας, χάρη στην «Κιµώνειο Ειρήνη», µια νέα εποχή στις ελληνοπερσικές σχέσεις, που διήρκησε µέχρι τα τελευταία χρόνια του Πελοποννησιακού πολέµου, τα µετά το 413 π.Χ. …


Β. 21.  Ο "θρίαμβος" της ΕΔΑ




1958. 11 Μαΐου. Ζεστή, καλοκαιριάτικη Κυριακή. Η Ελλάδα, όμως, καίγεται από άλλου είδους πυρετό. Διεξάγονται εθνικές βουλευτικές εκλογές. Η αποχώρηση δεκαπέντε βουλευτών τον περασμένο Μάρτιο από την ΕΡΕ είχαν αναγκάσει τον πρωθυπουργό Κων/νο Καραμανλή να υποβάλλει την παραίτησή του στο βασιλιά Παύλο δυο χρόνια σχεδόν πριν την θεσμοθετημένη εκπνοή της κυβερνητικής τετραετούς θητείας του.
Προκηρύχθηκαν εκλογές και ανέλαβε να τις διεξάγει υπηρεσιακή κυβέρνηση υπό τον πρώην υπουργό Παιδείας του Μεταξά και τότε πρόεδρο του Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού, Κ. Γεωργακόπουλο. Εκλογικό σύστημα ορίστηκε η  ενισχυμένη  αναλογική και εθεωρούντο οι σημαντικότερες μεταπολεμικά εκλογές: Ο εκλεκτός των ανακτόρων Καραμανλής ή το δικέφαλο (Σοφ. Βενιζέλος - Γ. Παπανδρέου) κόμμα των Φιλελευθέρων θα κέρδιζε τη λαϊκή εμπιστοσύνη; Κανείς δεν υπολόγιζε την με επικεφαλής το Γιάννη Πασσαλίδη (φωτογραφία) ΕΔΑ, την πολιτική έκφραση της Αριστεράς, που πάλευε να μαζέψει τα συντρίμμια της μετά τους εσωτερικούς κλυδωνισμούς και την ήττα στον εμφύλιο του 1945-49.
Το βράδυ της 11ης Μαΐου του 1958 σημειώθηκε μια μοναδική έκπληξη για τα ελληνικά πολιτικά χρονικά. Η ΕΡΕ του Κ. Καραμανλή έλαβε μικρότερο ποσοστό από τις εκλογές του 1956 (41,17% το ‘58 έναντι 47,38 το ‘56), αλλά με περισσότερες έδρες (από 165 που είχε, τώρα καταλαμβάνει 171)! Τα τρελά του εκλογικού συστήματος!
Τους χαμένους, όμως, ψήφους της Δεξιάς δεν καρπώνεται το κόμμα των Φιλελευθέρων, που γνωρίζει πρωτοφανή συντριβή (από 48,15% και 132 το ‘56 , τώρα μετά βίας συγκεντρώνει 20,68% και εκλέγει 36 βουλευτές)!  Ο μεγάλος νικητής των εκλογών είναι η ΕΔΑ, που αναδεικνύεται αξιωματική αντιπολίτευση , με 24,23% των ψήφων και καταλαμβάνοντας 79 έδρες!

Διπλή η σημασία αποκτά η άνοδος της φιλοαριστερής παράταξης. Αποτέλεσε -αν και δεν ξανάφτασε ποτέ τόσο ψηλά την εκλογική της δύναμη- παράγοντα αναστολής θετικών ή αρνητικών για τον τόπο εξελίξεων, αφού συσπείρωνε πλατιές λαϊκές αγανακτισμένες από κεντροδεξιές κυβερνήσεις και ταλαιπωρημένες από τη Δεξιά κοινωνικές μάζες.
Ταυτόχρονα, προκάλεσε τέτοιον πανικό στους χώρους της ακροδεξιάς, η οποία δρούσε στο στράτευμα κυρίως, ώστε αρχίζουν να σχηματίζονται οι πρώτοι φιλοχουντικοί -αντικομμουνιστικοί πυρήνες ( ομάδα Γ. Παπαδόπουλου) στους κόλπους της, που φοβούνταν ακόμη και άνοδο της Αριστεράς στην εξουσία. Τότε, καταστρώνεται και το περίφημο σχέδιο “Περικλής”, που θα αποκαλύψει στη βουλή ο κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος της ΕΔΑ, Ηλίας Ηλιού.
Καταλήγοντας, ας θυμηθούμε πως ο Καραμανλής άλλαξε εφεξής καθ’ υπαγόρευση (;) αντικομμουνιστικών κύκλων το εκλογικό σύστημα και στις εκλογές του 1961  η ΕΔΑ έλαβε μόλις 15%  και εξέλεξε 24 βουλευτές.

Β. 20. Η έδρα των "αθανάτων"

20 Μαρτίου 1926. Την ημέρα που το 1887 ο αρχιτέκτων Τσίλλερ παρέδωσε το κτίριο της Ακαδημίας στο Ελληνικό κράτος, ο Έλληνας υπουργός Παιδείας, Δημ. Αιγινήτης, κατά τα πρότυπα των διεθνών ανωτάτων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων, που είχαν πάρει το όνομά τους από το ομώνυμο πλατωνικό εκπαιδευτήριο,  προχωρεί επιτέλους στη λειτουργία της Ακαδημίας Αθηνών. Λίγο μετά, διορίζονται αριστίνδην και οι πρώτοι ακαδημαϊκοί, που εφεξής θα λέγονται και “αθάνατοι”, εφόσον μόλις πεθάνει κάποιος από τους διαλεχτούς επιστήμονες και πνευματικούς ανθρώπους, που -επειδή ξεχώρισαν με την εργασία και το πνεύμα τους- έγιναν μέλη της Ακαδημίας, η θέση του συμπληρώνεται αμέσως.
Σύμφωνα με το καταστατικό της, η Ακαδημία Αθηνών έχει τους ακόλουθους σκοπούς: Να συμβάλλει στην προαγωγή και καλλιέργεια των επιστημών , των Καλών Τεχνών ( μουσική, ζωγραφική, γλυπτική) και των ανθρωπίνων γνώσεων. Να προάγει την εθνική οικονομία και να παρέχει επιστημονική υποστήριξη στη γεωργία, τη βιομηχανία και στους άλλους πλουτοπαραγωγικούς κλάδους του τόπου. Να γνωμοδοτεί,  κρίνοντας και προτείνοντας κατευθύνσεις στην πνευματική και την πολιτική ζωή της χώρας. Να παρακολουθεί τις διεθνείς επιστημονικές εξελίξεις και να συνεργάζεται με τ’ αντίστοιχα πνευματικά ιδρύματα του εξωτερικού. Να απονέμει, τέλος, βραβεία σε Έλληνες που διακρίνονται για μια ξεχωριστή πράξη ή έχουν να επιδείξουν μια συγκεκριμένη δράση στην κοινωνική ζωή.
Η Ακαδημία Αθηνών

Το σήμα της Ακαδημίας είναι χρυσόγλυπτο κεφάλι της θεάς Αθηνάς και γύρω κλαδί ελιάς. Στην είσοδο του ιδιόκτητου μεγάρου της, το οποίο θεμελιώνεται το 1859 από το βασιλιά Όθωνα και παραδίδεται ολοκληρωμένο στην κυβέρνηση Τρικούπη 28 χρόνια κατόπιν μ’ έξοδα του εθνικού ευεργέτη Σίνα, βλέπουμε τα αγάλματα του Πλάτωνα και του Σωκράτη, δυο κολοσσιαίων μορφών της αρχαιοελληνικής διανόησης.
Τα 65 μέλη της Ακαδημίας Αθηνών διαιρούνται σε 3 Τάξεις: α) των Θετικών (φυσικομαθηματικών & ιατρικών) επιστημών με 25 ταχτικά ισόβια μέλη, β) των Γραμμάτων και των Καλών Τεχνών, που περιλαμβάνει -εκτός από φιλολογία, ιστορία, αρχαιολογία- και τη λογοτεχνία και τις Καλές Τέχνες, έχοντας στους κόλπους της 25 “αθανάτους” και γ) των Ηθικών και πολιτικών επιστημών, στην οποία ανήκουν 15 ακαδημαϊκοί που διακρίθηκαν σε φιλοσοφία, θεολογία, νομική, πολ. επιστήμες.  Εκτός από τα ταχτικά μέλη, υπάρχουν και τα “πρόσεδρα”,  τα “επίτιμα” τα “αντεπιστέλλοντα” κι οι ξένοι εταίροι.


Αν ο Αϊνστάιν, ο Φλέμιγκ, ο Έβανς, ο Γαίγκερ, ο Πικάρ ήσαν από τους ξένους εταίρους της Ακαδημίας, στα επίτιμα μέλη της ανήκαν και δυο πνεύματα που δόξασαν παγκοσμίως την Ελλάδα, ο μουσουργός Δ. Μητρόπουλος και ο γιατρός Γ. Παπανικολάου.




Κυριακή 25 Φεβρουαρίου 2018

Β. 19. Η 2η Αναθεωρητική βουλή και το Σύνταγμα του 1911


Ο Ελευθέριος Βενιζέλος  και η πρώτη υπό την προεδρία του κυβέρνηση στα τέλη του Νοέμβρη του 1910 (28/11) διεξάγουν βουλευτικές εκλογές , με την έγκριση του βασιλιά Γεωργίου του 1ου και με σκοπό -αντίθετα με το παλλαϊκό, αρχικά, αίτημα για Συνταχτική Εθνοσυνέλευση- την ανάδειξη της 2ης Αναθεωρητικής βουλής σε αντικατάσταση της αμέσως προηγούμενης, προκειμένου να συμπληρώσει και να ολοκληρώσει το έργο της.

Με τη διάλυση της βουλής, βάσει βασιλικού διατάγματος, διαφωνούν οι ηγέτες των ισχυρών σε κοινοβουλευτική δύναμη στη διαλυθείσα Εθνοσυνέλευση κομμάτων, Γ. Θεοτόκης, Δ. Ράλλης και Κ. Μαυρομιχάλης. Καθώς αντιδρούν και στους βενιζελικούς χειρισμούς, μα και στα συμπεφωνημένα κατά τις επαφές Ανακτόρων - Βενιζέλου,  αποφασίζουν να απόσχουν από τις εκλογές του Νοέμβρη του 1910.
Έτσι, οι κάλπες - σε σύνολο , όπως και στην 1η Αναθεωρητική Εθνοσυνέλευση, 362 εδρών- δίνουν στον Κρητικό πολιτικό και το Κόμμα "Φιλελευθέρων" 307 έδρες, ενώ θα εκλεγούν και 28 Αγροτικοί προερχόμενοι από τη Θεσσαλία, 20 ανεξάρτητοι (λόγω της αποχής των παλαιοκομματικών) και 7 "Κοινωνιολόγοι". Οι "Κοινωνιολόγοι"  είναι μια ομάδα ριζοσπαστών νεοεκλεγέντων βουλευτών, που έχουν επικεφαλής τον Αλέξανδρο Παπαναστασίου (γενν. 1879 - πεθ. 1936) και αγωνίζονται τόσο υπέρ μιας δίκαιης αγροτικής μεταρρύθμισης, όσο και για να ληφθούν από το Συνταγματικό Νομοθέτη ή την Πολιτεία μέτρα εις όφελος των εργαζομένων.

Η 2η Αναθεωρητική βουλή συνέρχεται στις 8 του Γενάρη του 1911 έχει ως στόχο τη δημιουργία ενός κράτους δικαίου , στα πλαίσια ενός φιλελεύθερου αστικού πολιτεύματος. Προς αυτήν την κατεύθυνση, λίγες εβδομάδες μετά ανέλαβε την επεξεργασία ενός κυβερνητικού προσχεδίου αναθεώρησης του Συντάγματος του 1864 μία 30μελής ειδικά εξουσιοδοτημένη από τη βουλή κοινοβουλευτική επιτροπή, η οποία θάχε πρόεδρο τον πρώην πρωθυπουργό Στ. Δραγούμη, εισηγητή τον Κων/νο Ρακτιβάν και γραμματέα τον Κ. Ζαβιτζιάνο. Η επιτροπή άρχισε τις εργασίες της στις 26/1/1911 και τις ολοκλήρωσε στις 20 του Μάη του ίδιου έτους, ενώ -αφού η τελική επιψήφισή του θα γίνει στις 27 του ίδιου Μάη στη βουλή- το νέο Σύνταγμα δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως στις 1/6/1911 και ισχύει από την άλλη μέρα κιόλας (2 Ιούνη).
Ο Κων/νος Ρακτιβάν,
εισηγητής του Συντάγματος του 1911

Βασικές διατάξεις του (αναθεωρημένου) Συντάγματος θεωρούνται τα ακόλουθα: Ενισχύονται και προστατεύονται καλύτερα τα ατομικά δικαιώματα, η ελευθερία του τύπου, αλλά κι η ιδιοκτησία. Για πρώτη φορά στην Ελλάδα θεσπίζεται - προκειμένου να εκλείψει το "πελατειακό σύστημα"  των πολιτευτών για άγρα ψηφοφόρων;- η μονιμότητα, αλλά και το αμετάθετο των δημοσίων υπαλλήλων. Επίσης, ενώ καθιερώνεται η δωρεάν στοιχειώδης εκπαίδευση, παράλληλα ιδρύονται τεχνικά σχόλια στις αγροτικές περιοχές. Τέλος, επιτρέπονται οι απαλλοτριώσεις μεγάλων εκτάσεων γης με αποζημίωση, μόνον -όμως- όταν πρόκειται να εξυπηρετηθεί το κοινωνικό συμφέρον , όπως π.χ. εγκατάσταση ακτημόνων στην περιοχή.

Πηγές χρήσιμες μεταξύ άλλων αναφάνηκαν: "Μεγάλη Ιστορία της Ελλάδας" του Γ. Κορδάτου, "Πολιτική Ιστορία της Νεωτέρας Ελλάδος 1821-1928" του Γ. Ασπρέα, "Συνοπτική Ιστορία της Ελλάδας, 1770-2013" του R. Glogg. 

Β. 18. Ο Λ. Τρότσκι με τα μάτια του Μ. Ι. Βοέικοφ


Εάν θες να καταλάβεις πραγματικά τι έγινε στο παρελθόν, χρήσιμο πάντα είναι να συμβουλεύεσαι όσο το δυνατό περισσότερες και γιατί όχι και αντικρουόμενες μεταξύ τους πηγές. Έτσι, με τη διασταύρωση των μαρτυριών που συναντάς, μπορείς μόνος σου να ανασυνθέσεις τις κοινωνικοπολιτικές συνθήκες, αλλά και την ιδεολογική περιρρέουσα ατμόσφαιρα της εποχής που συνέβη ό,τι σε ενδιαφέρει και με πολύπλευρη πλέον ματιά δύνασαι να φτάσεις εσύ στην αντικειμενική αλήθεια, χωρίς παρωπίδες ή παραπλανήσεις. 
Πριν λίγα χρόνια, λοιπόν, έφτασε στα χέρια μου το βιβλίο του Μιχαήλ Ιλαριόνοβιτς Βοέικοφ, «Η θεωρητική κληρονομιά του Λ. Τρότσκι και η σημερινή εποχή». Το έργο του Ρώσου ακαδημαϊκού και οικονομολόγου πρωτοκυκλοφόρησε πριν μια δεκαετία (1994), στη Μόσχα. Δύο χρόνια αργότερα (1996), η Γιώτα Ματέρη το μετέφρασε στην ελληνική γλώσσα για τις εκδόσεις «Λέων» και ο Θόδωρος Κουτσουμπός επιμελήθηκε τη γενική εμφάνισή του και την κυκλοφορία του για τον ίδιο εκδοτικό οίκο.
Στο σημερινό σημείωμά μου, προτίθεμαι να παρουσιάσω, με λίγα λόγια, το πόνημα του Βοέικοφ. Έτσι, νομίζω πως θα αναδειχτεί και η συνεισφορά του Λέοντος Τρότσκι (1879  1940) στην παγκόσμια Ιστορία και Πολιτική, ενάντια σ’ εκείνους που, για διάφορους λόγους, έχουν «διαστρεβλώσει» τον αγώνα του.
Ας δούμε, λοιπόν, μαζύ τα διάφορα μέρη του έργου. Στο ξεκίνημα του βιβλίου, συναντάμε δύο χρήσιμα προλογικά σημειώματα. Το ένα του εκδότη (σελ. 9) και το άλλο (σελ. 11 – 12) του ίδιου του συγγραφέα για την ανά χείρας ελληνική έκδοση βοηθούν τους αναγνώστες, και τους «μυημένους» και τους «αμύητους», να γνωρίσουν για ποιο λόγο επιβάλλεται κάθε γενιά να μελετά το έργο του Τρότσκι. Ταυτόχρονα, θέτουν τις βάσεις για ανταλλαγή ιδεών και ουσιαστικό διάλογο γύρω από τις σοσιαλμαρξιστικές θέσεις, ώστε να επικρατήσουν εις βάρος του διεθνούς κεφαλαίου, «καθώς ο μαρξισμός και ο σοσιαλισμός υπηρετούν το λαό, απαντούν στα ενδιαφέροντα της πλειοψηφίας των εργαζομένων…»
Το πρώτο κεφάλαιο καλείται «Ζητούμενα και δυνατότητες» (σελ. 13 – 21). Ο Βοέικοφ, αρχικά, εξηγεί για ποιο λόγο οι μετά το β’ παγκόσμιο πόλεμο κοινωνικοί και πολιτικοί επιστήμονες της άλλοτε κραταιάς Σοβιετικής Ένωσης αντιμετώπιζαν, όπως ο ίδιος παραδέχεται, «αν όχι ρητά αρνητικά, τουλάχιστον με μεγάλη δόση αδιαφορίας» τον Τρότσκι. Κατόπιν, αναφέρει πως, όταν αρχίζει ο Τρότσκι να διαβάζεται, ανακύπτει «μια σειρά ενδιαφέροντα και δύσκολα προβλήματα, τα οποία δεν έχουν μελετηθεί με επιστημονικό τρόπο ως τώρα…» (βλ. σελ. 19 – 21).
Ποιος ήταν ο πραγματικός ρόλος του Λ. Τρότσκι
στη Σοβιετική και την Παγκόσμια Πολιτική και Ιστορία;

Στις σελίδες 22 – 33 του παρόντος βιβλίου, διαβάζουμε το 2ο κεφάλαιο, «Ο Ροβεσπιέρος της ρωσικής επανάστασης». Σκιαγραφεί ο συγγραφέας την προσωπικότητα του Τρότσκι και το ρόλο του όχι μόνο στην «Οχτωβριανή Επανάσταση» του 1917, αλλά και στα κατοπινά χρόνια, πριν και μετά την αποχώρησή του από το κόμμα και τη Σοβιετική Ένωση. Επίσης, έχουμε και μια σύντομη σύγκριση Τρότσκι – Στάλιν(σελ. 30 – 31).
Οχτώ είναι οι λόγοι, κατά το Βοέικοφ, που ο Τρότσκι παρουσιάζει ενδιαφέρον στην εποχή μας και οι οποίοι προβάλλονται στο τρίτο κεφάλαιο (σελ. 34 – 40). Οι λόγοι αυτοί, σύμφωνα με το συγγραφέα, είναι: το μέχρι πρότινος απροσπέλαστο του Τρότσκι, το λογοτεχνικό του ύφος, ο αντισταλινικός αγώνας του, ο Τρότσκι είναι ο Λένιν του σήμερα, η λύση του βασικού προβλήματος της ρωσικής επανάστασης, ο χαρακτηρισμός του υπάρχοντος οικοδομήματος ως γραφειοκρατικού σοσιαλισμού, η διορατικότητά του και, τέλος, η ανεπάρκειά του.
Τι οφείλει η μετά το 1917 ρωσική και σοβιετική κοινωνία στο Λ. Τρότσκι; Την απάντηση βρίσκουμε στο 4ο κεφάλαιο, στις σελ. 41 – 49, ενώ στο επόμενο (5ο ) ο Βοέικοφ αποδύεται σε ανάλυση της θεωρίας του γραφειοκρατικού σοσιαλισμού και τις παραμέτρους του και το ρόλο του Λ. Τρότσκι(σελ. 50 – 73).
Το προτελευταίο κεφάλαιο του βιβλίου (σελ. 74 – 79) αναλίσκεται στις δυνατότητες ενός προλεταριακού σοσιαλισμού και πώς τις αντιμετώπισε ο Τρότσκι. Το 7ο και τελευταίο κεφάλαιο του βιβλίου, που αφιερώνεται στα συμπεράσματα για τις σημερινές γενιές γύρω από τον τροτσκισμό, εξηγεί για ποιο λόγο, στη Ρωσία κυρίως αλλά και παγκοσμίως, κρίνεται επιβεβλημένη η «επιστροφή» - παρά τα όποια «τρωτά» τους – στις ιδέες του Τρότσκι (σελ. 80 –86).

Τέλος, το βιβλίο συμπληρώνεται από «κριτικές παρατηρήσεις» του Θ. Κουτσουμπού επί των ιδεών του Βοέικοφ (σελ. 87 – 109) και από  «Σημειώσεις» (σελ. 110 – 118) του ίδιου του συγγραφέα ως ερμηνευτικές παραπομπές από κάποια σημεία των προηγουμένως ανεπτυγμένων κεφαλαίων. 

Β. 17. «Ο Πλούτος των Εθνών»


 Ο «Ο Πλούτος των Εθνών» του Adam Smith είναι ένας πολύτιμος σύμβουλος όλων μας. Δεν είναι μόνον το απαραίτητο «εργαλείο» σε οικονομολόγους και κοινωνιολόγους, που θέλουν να «ανασυνθέσουν» τα τέλη του 18ου αιώνα και την εποχή της Βιομηχανικής επανάστασης. Αποτελεί, ταυτοχρόνως, και οδηγό για όσους θέλουν να κατανοήσουν τις ιδέες και τους κανόνες του ελεύθερου εμπορίου, που ασκούν σημαντική, αλλού θετική κι αλλού αρνητική,  επιρροή σε πολλές κατοπινές του Smith κοινωνίες της Ευρώπης και του υπόλοιπου κόσμου. Επιπλέον, μας βοηθά να γνωρίσουμε την κάτω από την επήρεια του Ευρωπαϊκού Διαφωτισμού οικονομική σκέψη.
Στην σειρά, «Βιβλιοθήκη Οικονομικής και Πολιτικής Θεωρίας», λοιπόν, οι εκδόσεις «Ελληνικά Γράμματα», από το Μάιο του 2000, έχουν εντάξει το έργο του περίφημου Σκοτσέζου οικονομολόγου, Adam Smith (1723 – 1790), «Έρευνα για τη φύση και τις αιτίες του Πλούτου των Εθνών».
Η «Έρευνα» εκδόθηκε, για πρώτη φορά, στα 1776 και αποτελείται, στο πρωτότυπο κείμενο, από 5 βιβλία. Στην ελληνόγλωσση έκδοση των «Ελληνικών Γραμμάτων» παρουσιάζονται τα δύο πρώτα βιβλία, σε μετάφραση του Χρήστου Βαλλιάνου. Το πρώτο, που χωρίζεται σε 11 επιμέρους κεφάλαια, ασχολείται με τις παραγωγικές δυνατότητες της εργασίας και τους κανόνες της κατανομής του προϊόντος στις λαϊκές τάξεις. Το δεύτερο υποδιαιρείται σε 5 μικρότερα κεφάλαια και ασχολείται με τη φύση, τη συσσώρευση και την απασχόληση του αποθέματος. Ανάμεσα στα δύο βιβλία υπάρχει μια παρέκβαση, που εξετάζει ο συγγραφέας τις μεταβολές στην αξία του αργύρου στο πέρασμα των αιώνων.
Ο Άνταμ Σμιθ, από τις φυσιογνωμίες που σημάδεψαν
και τον 18ο αιώνα και τα κατοπινά χρόνια

Επί 10 χρόνια (1766 – ’76), δούλευε ο A. Smith την «Έρευνα για τη φύση και τις αιτίες του Πλούτου των Εθνών». Και κανείς μας, είτε σχετικός με το αντικείμενο είτε απλός αναγνώστης του βιβλίου, δε θα διαφωνήσει ότι, ολοκλήρωνοντάς το, το σημαντικότερο επίτευγμα του Σκοτσέζου στοχαστή ήταν ότι μετέτρεψε την Πολιτική Οικονομία έκτοτε σε ανεξάρτητο από τις λοιπές φιλοσοφικές αναζητήσεις, συστηματικό και συνεκτικά αναπτυγμένο θεωρητικό τομέα προβληματισμού.
Θα κλείσω, λοιπόν, το παρόν σημείωμα, με ένα απόσπασμα από την «Έρευνα», ως απάντηση σε όσους – ενώ ισχυρίζονται πως η χώρα τους ευημερεί – αρνούνται να αμείψουν ανάλογα όσους εργάζονται σκληρά για την κοινωνική πρόοδο και ευημερία:  «[…] Η γενναιόδωρη αμοιβή της εργασίας δεν είναι μόνο το αναγκαίο αποτέλεσμα , αλλά και το φυσικό σύμπτωμα της αύξησης του εθνικού πλούτου. Από την άλλη πλευρά, τα πενιχρά μέσα διαβίωσης των εργαζομένων φτωχών είναι το φυσικό σύμπτωμα της στασιμότητας του πλούτου και η κατάσταση λιμοκτονίας τους το σύμπτωμα του ότι ο πλούτος αυτός βρίσκεται σε μια γοργή οπισθοδρόμηση[…]» (βλ. Βιβλίο Ι, κεφάλαιο 8, ενότητα, 27).

Σάββατο 24 Φεβρουαρίου 2018

B. 16. Η "εμβάπτισις" του δακτύλου


Ελλάδα, Μάρτιος 1946. Η χώρα βρίσκεται σε προεκλογική περίοδο για τις πρώτες μετακατοχικές εκλογές στις 31 του ίδιου μήνα. Το κλίμα είναι ήδη τεταμένο. Η 2η Ολομέλεια του ΚΚΕ (Φλεβάρης ‘46) είχε αποφασίσει την αποχή του κόμματος από τις εκλογές, στις οποίες θα συμμετείχαν το Κόμμα των Φιλελευθέρων και διάφορα μικρά κόμματα του Κέντρου και  το Λαϊκό Κόμμα από τη Δεξιά.
Ο λόγος της αποχής του ΚΚΕ; Ο Ν. Ζαχαριάδης (“Δέκα χρόνια πάλης”, σελ. 28) γράφει πως “... αποφασίζοντας την αποχή πιστεύαμε πως αφαιρούσαμε από τους Εγγλέζους το προσωπείο και τη δυνατότητα να παρουσιάσουν την Ελλάδα σαν ταχτοποιημένη και ειρηνευμένη δυτικοευρωπαϊκή χώρα ύστερα από λαϊκή κοινοβουλευτική ετυμηγορία...” Εξάλλου, συν τοις άλλοις, κανένα από τα κόμματα δεν δεχόταν τους όρους που έβαζε το ΕΑΜ για συμμετοχή στις εκλογές, από τους οποίους ξεχώριζαν ο σχηματισμός αντιπροσωπευτικής δημοκρατικής κυβέρνησης με ευρεία συμμετοχή των κομμάτων του ΕΑΜ, η δίωξη όλων που συνεργάστηκαν με τους κατακτητές και η αποκατάσταση της τάξεως και ισοπολιτείας σ’ όλη τη χώρα.
Ο Ν. Ζαχαριάδης, ηγέτης του ΚΚΕ το 1946
Ο Θεμ. Σοφούλης,
βενιζελογενής πολιτικός του α' μισού του 20ου αι.
και πρωθυπουργός μετά την Κατοχή


Στις 8 Μαρτίου, λοιπόν, λίγες βδομάδες πριν τις εκλογές, πυροδοτείται πιο πολύ η ατμόσφαιρα. Ο πρωθυπουργός και αρχηγός των Φιλελευθέρων, Θεμ. Σοφούλης δίδει συνέντευξη τύπου στην οποία -μεταξύ των άλλων- ανακοινώνει ότι “... απεφασίσθη οριστικώς η εμβάπτισις του δακτύλου των ψηφοφόρων εις ανεξίτηλον υγρόν.” Γιατί ; Δύο είναι οι πιθανές εξηγήσεις, τις οποίες δημοσιεύει η εφημερίδα “Δράσις” του Ηρακλείου στο φ. 225 της 9/3/1946: “... Διά του μέτρου αυτού αποτρέπεται το πολλαπλούν της ασκήσεως του εκλογικού δικαιώματος. Εκτός τούτου είναι εύκολον να διαπιστωθή ο αριθμός των απεχόντων εκλογέων, οι οποίοι δύνανται να διαπιστώσουν την αποχήν των εμφανιζόμενοι ομαδικώς ενώπιον των ξένων παρατηρητών επιδεικνύοντες τους δακτύλους των”.
Δακτυλικά αποτυπώματα στα εκλογικά τμήματα, ωσάν τους κοινούς κακοποιούς, θα λαμβάνονται από τους ψηφοφόρους; Μήπως επρόκειτο για την αθλιότερη μορφή φακελώματος των στελεχών του ΕΑΜ; Μήπως ήταν αγγλική επίνευση και προς διευκόλυνση κατοπινών προγραφών σε βάρος της Αριστεράς; Κανείς δεν έμαθε ποιος έπεισε το Σοφούλη σε μια τέτοια απόφαση.
Για την ιστορία, το ΚΚΕ  απείχε από τις εκλογές και στις οποίες -σύμφωνα με τα τελικώς αναγνωρισμένα από τον ΟΗΕ αποτελέσματα της 31/3/46- αν συμμετείχε, θα έπαιρνε το πολύ 19% του εκλογικού σώματος και 20-25% περίπου των 354 συνολικά κοινοβουλευτικών εδρών.



Παρασκευή 23 Φεβρουαρίου 2018

B. 15. Διοσκουρίδης, «Περί Ύλης Ιατρικής»

Η σύγχρονή μας φαρμακευτική χρωστά πολλά σε μια σημαντική φυσιογνωμία των υστερορωμαϊκών χρόνων με οξεία παρατηρητικότητα και πρακτικό τρόπο σκέψης, το Διοσκουρίδη. Για το έργο του, «Περί Ύλης Ιατρικής», και για τον ίδιο έχει χυθεί άφθονο μελάνι στο πέρασμα των χρόνων από όσους καταπιάστηκαν με την προσεχτική και βαθιά μελέτη όσων γράφει.
Ο Διοσκουρίδης, χάρη στο παρόν έργο του,  κατέχει μαζύ με τον Ιπποκράτη και το Γαληνό, σημαντικότατη θέση στην Ιστορία της Ιατρικής και της Φαρμακολογίας και παραμένει σε πολλά σημεία, ακόμη και σήμερα, σημείο αναφοράς. Γεννήθηκε περί το 25 μ.Χ. στα Ανάζαρβα της Κιλικίας, κοντά στην Ταρσό, ενώ έδρασε στα χρόνια των Ρωμαίων αυτοκρατόρων, Νέρωνος και Βεσπασιανού (54 – 80 περίπου μ.Χ.). Ακολούθησε ως στρατιωτικός ιατρός τις ρωμαϊκές λεγεώνες και ταξίδεψε στην Ανατολή πολύ, από την Ελλάδα έως τη Μεσοποταμία και την Αίγυπτο. Πέθανε γύρω στο 90 μ.Χ., έχοντας αποχτήσει από υιοθεσία τη ρωμαϊκή υπηκοότητα και το όνομα Πεδάνιος, ενώ ίσως έγραψε το «Περί Ύλης Ιατρικής» στο ζενίθ της φήμης του, μετά το 70 μ.Χ.
Ο Διοσκουρίδης κατέχει, μαζύ με τον Ιπποκράτη και το Γαληνό,
σημαντικότατη θέση στην Ιστορία της Ιατρικής και της Φαρμακολογίας

Με τα ταξίδια του, θα γνωρίσει τα φαρμακευτικά φυτά και τα ιατρικά παρασκευάσματα του τότε γνωστού κόσμου. Με σαφήνεια και μεθοδικότητα, κατέγραψε και περιέλαβε στο βιβλίο του όχι μόνο όλα τα τότε γνωστά φαρμακευτικά φυτά, αλλά και τις οργανικές και ανόργανες φαρμακευτικές ουσίες που υπάρχουν στη φύση. Μας παραξενεύει, αξίζει να γραφεί, η παράθεση, για πρώτη φορά, των ονομάτων των φυτών και των παρασκευασμάτων σε διαφορετικές γλώσσες. Αυτό βοήθησε σημαντικά στο να δοθεί ενιαία ονομασία και να καταγραφούν τα πολυποίκιλα φαρμακευτικά φυτά και οι πολλές και διάφορες χρήσεις τους. Ο Διοσκουρίδης, μάλιστα, κατέταξε τις ουσίες  σε κατηγορίες σύμφωνα με τα γνωρίσματα και τη δραστικότητά τους.
Σ’ ό,τι αφορά το περιεχόμενο του «Περί Ύλης Ιατρικής», ένας από τους λόγους αναφέρεται στα θεραπευτικά φυτά, τις αλοιφές και τα έλαια, ο δεύτερος στα ζωικής ή φυτικής προέλευσης προϊόντα που έχουν φαρμακευτική χρήση, όπως το μέλι, το γάλα, το λίπος, το σιτάρι και τα κηπευτικά. Οι δύο επόμενοι περιγράφουν συστατικά από δέντρα και ρίζες, ενώ ο τελευταίος ασχολείται με τα κρασιά, τα αλκοολούχα και τα φάρμακα που περιλαμβάνουν συστατικά ορυκτών.


Β. 14. 1935: Από δημοκράτης «βασιλικότερος του βασιλέως»!

Ο στρατηγός Γεώργιος Κονδύλης (1879 - 1936) θα μπορούσε να θεωρηθεί ως ο σύγχρονος "Θηραμένης" με την ευκολία που άλλαξε ιδεολογικό στρατόπεδο. 
Μέχρι το 1928 ήταν από τους πιο φανατικούς υποστηριχτές της Δημοκρατίας. Ενώ ήταν αρχηγός του Εθνικού Ριζοσπαστικού κόμματος, είχε ήδη διατελέσει σε καίριο στρατιωτικό πόστο τα χρόνια της Μικρασιατικής εκστρατείας, αλλά και βενιζελογενής - αντιδυναστικός βουλευτής και υπουργός στην κυβέρνηση Παπαναστασίου που το Μάρτη του 1924 είχε κηρύξει έκπτωτη τη βασιλική δυναστεία και ανακήρυξε ως πολίτευμα της χώρας την 1η Ελληνική Δημοκρατία.
Ο Ευρυτάνας, όμως, στρατιωτικός και πολιτικός μάλιστα ήταν εκείνος που αρχικά κατέπνιξε το κίνημα Λεοναρδόπουλου- Γαργαλίδη το 1923 και αργότερα -ανατρέποντας το γελοίο και φαύλο δικτατορικό καθεστώς του άλλοτε συναγωνιστή του, Θ. Παγκάλου - διετέλεσε πρωθυπουργός (από 26/8- 4/12/1926) και επανέφερε την Ελλάδα με εθνικές εκλογές σε ομαλό πολιτικό βίο.
Τη δεκαετία, όμως, του 1930 τα πράγματα αλλάζουν. Ο άλλοτε φανατικός δημοκράτης στρατηγός μετατρέπεται σε θιασώτη της μοναρχίας και θερμό οπαδό του ιταλικού φασισμού και του γερμανικού ναζισμού. Ο Κονδύλης διακηρύττει παντού πως η μόνη λύση για να βγει η χώρα από το κοινωνικοοικονομικό τέλμα του Μεσοπολέμου είναι η επιβολή δικτατορίας ή η επιστροφή του βασιλιά, Γεωργίου του 2ου, που εξοστρακίστηκε το 1924.
Αντιβασιλεύς και πρωθυπουργός τον Οχτώβρη του 1935
ο άλλοτε αντιμοναρχικός στρατηγός Γ. Κονδύλης!

Ενώ από το 1933 περνά στο απέναντι «στρατόπεδο» και συνεργάζεται με το «Λαϊκό κόμμα» του Π. Τσαλδάρη, δουλεύει για τον εαυτό του. Έτσι, χρεώνεται προσωπικά την καταστολή του βενιζελικού κινήματος της 1/3/1935 , αλλά στις 10/10/1935 αναδεικνύεται   «βασιλικότερος του βασιλέως»! Τρεις ανώτατοι αξιωματικοί, ο υποστράτηγος Αλ. Παπάγος, ο υποπτέραρχος Γ. Ρέππας και ο υποναύαρχος Δ. Οικονόμου ανατρέπουν τη νόμιμη κυβέρνηση Τσαλδάρη, στην οποία συμμετείχε κι ο εγκέφαλος του πραξικοπήματος, Γ. Κονδύλης, ως υπουργός στρατιωτικών (!), απαιτούν από τον πρωθυπουργό να καταργηθεί η Δημοκρατία, να επανέλθει η Μοναρχία και έως ότου αποφασίσει σχετικά η εθνοσυνέλευση να παραιτηθεί υπέρ του Κονδύλη.
Ο Κονδύλης την επόμενη ημέρα (11/10/1935) δικαιολόγησε μιλώντας στη βουλή το πραξικόπημα  και ως νέος «πρωθυπουργός» ανακοίνωσε πως θα γίνει δημοψήφισμα από την κυβέρνησή του για την επαναφορά του βασιλιά. Στην αίθουσα του Κοινοβουλίου είχαν παραμείνει μονάχα 82 βουλευτές, πιστοί στο νέο καθεστώς, οι οποίοι προσυπέγραψαν το ακόλουθο ψήφισμα, που ήταν -προτάσει του «πρωθυπουργού»- η ταφόπλακα της ελληνικής Δημοκρατίας:
«ΨΗΦΙΣΜΑ: Περί καταργήσεως της Αβασιλεύτου δημοκρατίας, η βουλή έχουσα υπόψη τας προγραμματικάς δηλώσεις της Κυβερνήσεως και εγκρίνουσα ταύτας, ΨΗΦΙΖΕΙ  1) την κατάργησιν του πολιτεύματος της αβασιλεύτου Δημοκρατίας, 2) την διενέργειαν δημοψηφίσματος κατά την ορισθείσαν ημέραν 3ην Νοεμβρίου 1935, 3) εξουσιοδοτεί τον πρόεδρο του υπουργικού συμβουλίου όπως ασκή τη βασιλική εξουσία μέχρι του δημοψηφίσματος και 4) επαναφέρει εν ισχύι το σύνταγμα του 1911 μέχρι της επιψηφίσεως του νέου Συντάγματος».
Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία, στο δημοψήφισμα της 3.11.1935 φέρονται ότι προσήλθαν στις κάλπες 1.527.714 ψηφοφόροι, δηλαδή κάπου 438.000 περισσότεροι απ' αυτούς που ψήφισαν στις εκλογές του Ιουνίου του 1935!!! Η αποχή είχε μηδενιστεί - παρά το γεγονός ότι τα βενιζελογενή κόμματα του κέντρου απείχαν - κι όπως ανακοινώθηκε υπέρ της Μοναρχίας ψήφισαν 1.491.992 ή το 97.80% ενώ υπέρ της Δημοκρατίας μόνο 32.545 ή το 2.12%. Η βασιλεία - όπως σχολιάζει δηκτικά ο ιστορικός Σπ. Λιναρδάτος - εμφανιζόταν να ψηφίζεται από το 105% περίπου των πραγματικά εγγεγραμμένων!!! Αυτό ήταν το μεγαλύτερο επίτευγμα της δικτατορίας του Κονδύλη και ο πρωθυπουργός και αντιβασιλεύς φαινόταν κυρίαρχος του παιχνιδιού. 
Όχι για πολύ, όμως. Μόλις επανέλθει ο Γεώργιος -μετά το προαναφερθέν νόθο δημοψήφισμα - θα τον «πετάξει» σε μια γωνιά σαν «άχρηστη λεμονόκουπα» και θα ξαναεμπιστευτεί τους πολιτικούς, μέχρι την άνοιξη του 1936 που ο μονάρχης θα αρχίσει να καλοβλέπει τον Ιωάννη Μεταξά και το καλοκαίρι του ίδιου χρόνου (ενώ ο Κονδύλης πεθαίνει στις 31/1, έπονται δε κι οι θάνατοι των Βενιζέλου, Δεμερτζή και Τσαλδάρη) θα τον «αβαντάρει» στην επιβολή της Τεταρτοαυγουστιανής δικτατορίας, που με την παλινόρθωση της βασιλείας σημαδεύουν την ελληνική πολιτική στα τέλη της δεκαετίας του 1930.
Ενδεικτική βιβλιογραφία: «Ιστορία του Ελληνικού Έθνους» της Εκδοτικής Αθηνών, Γρ. Δαφνή: «Η Ελλάς μεταξύ δύο πολέμων», εκδόσεις Ικαρος 1955, τόμος β`,  Φ. Γρηγοριάδη: «Ιστορία της Σύγχρονης Ελλάδας 1909-1940», εκδόσεις Καπόπουλος, τόμος Δ', Σπ. Λιναρδάτου: «Πώς εφτάσαμε στην 4η Αυγούστου», εκδόσεις Θεμέλιο, 1965.


Πέμπτη 22 Φεβρουαρίου 2018

Β.13. 331 π.Χ.: Ο Μεγαλέξανδρος θριαμβεύει στα Γαυγάμηλα

Το 334 π.Χ. ο 22χρονος Αλέξανδρος (ο 3ος), γιος του Φιλίππου του 2ου και βασιλιάς της Μακεδονίας μετά τη δολοφονία του πατρός του (336 μ.Χ.), ξεκινά για την Ασία, επικεφαλής πανελλήνιας εκστρατείας κατά ενός από τους σοβαρότερους και απειλητικότερους τους τελευταίους αιώνες αντιπάλου του ελληνισμού, των Περσών.
Τρία χρόνια κατόπιν (331), μετά τη νίκη στο Γρανικό ποταμό, το περιστατικό με το θρυλικό «Γόρδιο Δεσμό», τη νέα νίκη στην Ισσό, τη νικηφόρα προέλαση και κατάχτηση -διαδοχικά- των συριακών, παλαιστινιακών εδαφών και την εκστρατεία στην Αίγυπτο, ο Αλέξανδρος ανυπομονεί να δώσει τη μάχη, που η έκβασή της θα κρίνει και την οριστική τύχη της εκστρατείας του στην Ασία.
Η πολυπόθητη ευκαιρία δεν άργησε να δοθεί. Ο Πέρσης βασιλιάς Δαρείος μαζεύει τον εναπομείναντα στρατό του και τους πιστούς σε αυτόν σατράπες και αξιωματούχους. Κινείται δε προς τα Γαυγάμηλα, όπου και στρατοπεδεύει επικεφαλής ικανότατου ιππικού,  πολυάριθμου πεζικού και ανίκητων ως τότε δρεπανηφόρων αρμάτων.
Τα Γαυγάμηλα ήταν ένα μικρό χωριό της Μεσοποταμίας, που βρισκόταν ανατολικά του ποταμού Τίγρη  και δυτικά του παραπόταμου του Λύκου. Ο Αλέξανδρος είχε στη διάθεσή του 40.000 πεζικάριους και 7.000 ιππείς και μόλις έμαθε πως ο Πέρσης βασιλιάς στρατοπέδευσε στα Γαυγάμηλα, έτρεξε να τον αντιμετωπίσει.
Καταλυτικής σημασίας για την παγκόσμια Ιστορία
η νίκη του Μεγαλέξανδρου στα Γαυγάμηλα
κατά των Περσών τον Οχτώβρη του 331 π.Χ. 

Λέγεται μάλιστα ο θρύλος πως όταν κάποιος στρατηγός του Μακεδονικού στρατού, ο Παρμενίων, είδε απροφύλακτο τον περσικό στρατό, πρότεινε στο βασιλιά του να χτυπήσουν ξαφνικά την ίδια νύχτα τους βαρβάρους. Ο Αλέξανδρος, όμως, αρνήθηκε (τότε είπε και το υπερήφανο: «Δεν κλέβω εγώ τη νίκη») και -παρά την αριθμητική υπεροχή του Δαρείου- κατέστρωσε έτσι τα σχέδια της παράταξης του δικού του στρατεύματος, που στη μάχη της επόμενης ημέρας (1/10/331 π.Χ.) ήρθαν τα πάνω κάτω. Όλοι προδίκαζαν ασυζήτητα νίκη του Δαρείου, με την οποία θα ξεκινούσε αντεπίθεση για να φύγουν οι Έλληνες από την Ασία.
Κι όμως, ο Αλέξανδρος εξόντωσε το πεζικό και το ιππικό των Περσών, την ώρα που οι τοξότες του αχρήστευαν τα δρεπανηφόρα άρματα. Ο περσικός στρατός τρέπεται σε άτακτη, πανικόβλητη φυγή κι ο ίδιος ο Δαρείος -για να μην πέσει στα χέρια των Μακεδόνων- το βάζει στα πόδια. Πλούσια κι αμέτρητα λάφυρα για άλλη μια φορά θα κοσμούσαν τη «συλλογή» του Αλεξάνδρου και των Μακεδόνων στρατιωτών, που τον ακολουθούσαν.
Όσο, όμως, μεγάλη κιαν ήτανε η νίκη, εφόσον ζούσε ακόμη ο Δαρείος, ο Αλέξανδρος δεν μπορούσε να καυχιέται πως κατέλυσε όλο το περσικό κράτος.  Ευτυχώς, όμως, για αυτόν,  ο Βήσσος, ο σατράπης της Βακτριανής -από προσωπικά του κίνητρα, λόγω απογοήτευσης για τη νέα ήττα και την προδιαγραφόμενη διάλυση του περσικού βασιλείου ή για να φανεί, άραγε, αρεστός στο νικητή Αλέξανδρο;- δολοφονεί το Δαρείο και ανοίγει το δρόμο στον ελληνικό στρατό.

Στη νίκη των Γαυγαμήλων, τον Οχτώβρη του 331 π.Χ., δεν κρίθηκε απλώς η ελληνοπερσική συγκεκριμένη πολεμική σύγκρουση. Η ήττα, η άτακτη φυγή και η τραγική -λίγο μετά- δολοφονία του Δαρείου, επηρέασε σημαντικά το ρου της παγκόσμιας ιστορίας, καθώς έκρινε την τύχη της Περσίας και των εδαφών που είχε αυτή σε Ασία και Αφρική υπό την κατοχή της. Το περσικό κράτος έπαψε να υπάρχει. Όλα γίνανε μακεδονικές επαρχίες και ο Αλέξανδρος, που εφεξής δικαίως επονομάζεται Μέγας, κάνει πρωτεύουσα του αχανούς πλέον κράτους του την πολυφημισμένη Βαβυλώνα, εισέρχεται θριαμβευτικά σε Περσέπολη και Σούσα, όπου μπαίνοντας ολοκληρώνει τυπικά την ελληνική κατάχτηση της Περσίας και όλων εκείνων των εδαφών, που αργότερα θα αποτελέσουν τη ραχοκοκαλιά της ρωμαϊκής, της βυζαντινής και -τέλος- της οθωμανικής αυτοκρατορίας.

Ενδεικτική Βιβλιογραφία: «Ιστορία του Ελληνικού Έθνους» της Εκδοτικής Αθηνών, «Μεγάλη Ιστορία της Ελλάδας» του Γ. Κορδάτου. 
Β.12. Ασκληπιός και Λισ(σ)ός

Η Λισ(σ)ός, αρχαία πόλη ανάμεσα στη Παλιόχωρα και τη Σούγια, στα νότια του σημερινού Νομού Χανίων της Κρήτης, ήταν γνωστή ως επίνειο της Υρτακίνης ή της Ελύρου και διέθετε σπουδαίο για τους ντόπιους και τους ξένους λιμάνι, κοντά στο Ροδοβάνι. Βρισκόταν στο μυχό του κόλπου του Αγίου Κυριακού, όπου ανακαλύφθηκαν ερείπια του θεάτρου, του υδραγωγείου, του νεκροταφείου και των λουτρικών εγκαταστάσεων της αρχαίας πόλης, καθώς και παλαιοχριστιανικών βασιλικών, κυρίως όμως του μεγάλου Ασκληπιείου, που καταστράφηκε από σεισμό.
Ιδρύθηκε στους κλασικούς χρόνους, αλλά άκμασε μέχρι την ύστερη αρχαιότητα. Το όνομα της τεκμηριώθηκε από διάφορες επιγραφές. Είχε, μάλιστα, αναδειχτεί σε υπολογίσιμη θαλάσσια δύναμη, χάρη στο εμπόριο και την αλιεία, ενώ είχε γίνει γνωστή έως και τα παράλια της Αφρικής.
Από επιγραφές και νομίσματα του 3ου π.Χ. αιώνα, μάλιστα, μαρτυρούνται σχέσεις της Λισ(σ)ού με τον Έλληνα βασιλιά της Κυρηναϊκής, Μάγα (βασίλεψε: 276 – 250 π.Χ.). Συνάμα, μαθαίνουμε και ότι η Λισ(σ)ός έπαιξε πρωταγωνιστικό ρόλο στην περιοχή της, οργανώνοντας τις όμορές της πόλεις Υρτακίνα, Έλυρο και Τάρρα στην Οµοσπονδία των Ορείων. Το 183 π.Χ. συμμετείχε μαζί με άλλες πόλεις του κοινού των Κρητών στη σύναψη συνθήκης με τον Ευμένη το Β΄ της Περγάμου. Μετά την καταστροφή της, τον 9ο αι., δεν ξανακατοικήθηκε. 
Στη Λισ(σ)ό, όμως, βρίσκεται και  Ναός του Ασκληπιού, τον οποίο επισκέπτονταν από ολόκληρη την Κρήτη και που ήταν γνωστός λόγω της ιαματικής πηγής της περιοχής. Ο ναός βρίσκεται στη βάση του βουνού, όπου υπήρχε και ο απαραίτητος βωμός για τις θυσίες, ενώ, στην ίδια θέση, βρέθηκαν περίπου είκοσι αγάλματα, τα οποία είχαν προσφερθεί στον θεό από ασθενείς ή ανθρώπους, που ιάθηκαν και έδειχναν την ευγνωμοσύνη τους. Τα μεγάλης σημασίας ευρήματα (γλυπτά και αναθήματα κ.α.) της Λισ(σ)ού σήμερα φυλάσσονται στα μουσεία Χανίων και Ηρακλείου. Ένα χρυσό φίδι βρέθηκε ανάμεσα στις προσφορές. Κι αυτό είναι λογικό, εφόσον, στο Ναό του Ασκληπιού, οι ιερείς διατηρούσαν ζωντανά φίδια που τα χρησιμοποιούσαν στις τελετουργίες θεραπείας των ασθενών που γίνονταν εκεί.
Στο αρχαιολογικό μουσείο Χανίων, πέραν των άλλων, φυλάσσονται: Ο θεός Ασκληπιός, κεφάλι μαρμάρινο της θεάς Υγείας, προτομές του αυτοκράτορα Τιβέριου (14-37 μ.Χ.), γυμνός νέος ως ανάθημα προς τον Ασκληπιό, κορίτσι μαρμάρινο, γυμνό αγόρι με αστραγάλους στο χέρι (ανάθημα), μαρμάρινη τράπεζα με την επιγραφή «ΑΓΑΘΗΜΕΡΟΣ ΕΥΧΑΡΙΣΤΟΥ ΚΩΟΣ ΑΣΚΛΗΠΙΩ ΣΩΤΗΡΙ ΤΗΝ ΤΡΑΠΕΖΑΝ ΩΣ ΕΥΞΑΜΗΝ ΑΠΕΔΩΚΑ (σ’ ελεύθερη μετάφραση: «Ο Αγαθήμερος, από την Κω και γιος του Ευχάριστου, στον Ασκληπιό το Σωτήρα, σε ανταπόδοση της ίασής του, αφιερώνει την τράπεζα»)» κ.α.
Ο δωρικού ρυθμού ναός χτίστηκε τον 4ο αιώνα π.Χ. από τετραγωνισμένες πέτρες. Το πάτωμά του είναι μεταγενέστερο (1ος  αιώνας μ.Χ.) και έχει μωσαϊκό από πολύχρωμα χαλίκια, που συνθέτουν γεωμετρικά σχήματα και εικόνες ζώων.
Η Λισ(σ)ός, της οποίας το Ασκληπιείο κατά τη διάρκεια των ετών 1957 – 1958 ανεσκάφη από τον Νικόλαο Πλάτωνα, είχε, τέλος, δικά της χρυσά νομίσματα που είχαν από το ένα μέρος κεφαλή της Αρτέμιδος και από το άλλο δελφίνι και τη λέξη ΛΙΣΙΩΝ. Είχε συνάψει δε συμμαχία με την Υρτακίνα, με την οποία οι συναλλαγές γίνονταν με κοινό νόμισμα, που είχε από το ένα μέρος δελφίνι ή περιστέρι με ανοικτά φτερά και από το άλλο άστρο με 8 ακτίνες και τη λέξη Λ/Ι/Σ/Ι/Ω/Ν. 
Στα βυζαντινά χρόνια και μέχρι τις μέρες μας παρέμεινε ένα τοπικό, αγροτοκτηνοτροφικό θρησκευτικό κέντρο με τις εκκλησίες του Αη - Κυρκού και της Παναγίας, κτισμένες πάνω στα ερείπια παλαιοχριστιανικών βασιλικών. Με χρηματοδότηση από το κοινοτικό πρόγραμμα LEADER 1 και φορέα υλοποίησης τον ΟΑΔΥΚ, πραγματοποιήθηκε το 1994 ένα πρόγραμμα καθαρισμών, διαμόρφωσης μονοπατιών, επιφανειακής έρευνας και τοπογράφησης της αρχαίας Λισού. Μεγάλο τμήμα της κοιλάδας έχει ήδη απαλλοτριωθεί.
Άποψη του ναού του Ασκληπιού από ανατολικά.
 (Υ.ΠΑΙ.Θ.Π.Α. - Γενική Γραμματεία Πολιτισμού)

Πηγή για το παρόν άρθρο εστάθησαν πληροφορίες για το ναό και για την πόλη που αντλήθηκαν από εγκυκλοπαιδικά λήμματα (Πάπυρος Λαρούς/ Υδρία κ.α.) και από τις ιστοσελίδες του Υπουργείου Πολιτισμού, από τις οποίες και η φωτογραφία του Ασκληπιείου...