Τετάρτη 21 Φεβρουαρίου 2018

Β.11 (200). Τα τραίνα στον ύστερο Μεσοπόλεμο


Στο παρόν και 200ό σημείωμα από το ξεκίνημα της ΦΥΣΙΚΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ, θέλοντας να βρούμε χρήσιμα στοιχεία για τις σιδηροδρομικές συγκοινωνίες στην Ελλάδα κατά τα τελευταία χρόνια του Μεσοπολέμου, πηγή μας βασική ας είναι και η ιστορία του Οργανισμού Σιδηροδρόμων Ελλάδος.
Σημαντική ώθηση και στο σιδηροδρομικό δίκτυο έδωσε, βεβαίως, και η σύμβαση με την Power, που υπογράφηκε επί δικτατορίας Παγκάλου τον Οκτώβριο του 1925 και επικυρώθηκε τον Ιανουάριο του 1927 επί οικουμενικής, προέβλεπε την κατασκευή θερμικού σταθμού με χρήση αγγλικών γαιανθράκων. Ο όμιλος Power ίδρυσε τη Γενική Ελληνική Εταιρεία και τις Ηλεκτρικές Εταιρείες Παραγωγής και Διανομής (που συγχωνεύθηκε έπειτα στην ΗΕΑΠ) καθώς και την Η.Ε. Μεταφορών. Η κατασκευή του σταθμού του Αγίου Γεωργίου στο Κερατσίνι, ισχύος 45.000 kw, άρχισε το 1927 και ολοκληρώθηκε τον Σεπτέμβριο του 1929. Η σύμβαση προέβλεπε επίσης την ηλεκτροδότηση του σιδηροδρόμου Αθήνας-Κηφισίας και την κατασκευή της σήραγγα Θησείου-Αττικής για την επέκταση της γραμμής Αθηνών- Πειραιώς, έργο που εκτελέστηκε το 1928 από κοινοπραξία ελληνικών («Τέκτων», «Μ.Α. Διαμαντόπουλος») και γερμανικών κατασκευαστικών εταιρειών.
Επί κυβέρνησης Βενιζέλου, το 1929, οι ΣΠΑΠ (Σιδηρόδρομοι Πειραιώς – Αθηνών – Πελοποννήσου) αγοράζουν το σιδηρόδρομο Ηρακλείου – Λαυρίου και τον ίδιο χρόνο ο σταθμός Αθηνών μεταφέρεται από την πλατεία Λαυρίου στο Σταθμό Πελοποννήσου των ΣΠΑΠ. Το τελευταίο δρομολόγιο του «Θηρίου» γίνεται στις 7 Αυγούστου του 1938. Νωρίτερα, το 1935, συνιστώνται οι συγκοινωνιακές γραμμές με λεωφορείο μεταξύ Αθηνών – Χαλκίδας, Αθηνών – Θήβας, Αθηνών – Λιβαδειάς και Αθηνών – Λαμίας, τις οποίες, ω του παραδόξου, διαχειρίζεται η σιδηροδρομική εταιρεία, και το 1937 αγοράζονται από την Αμερική 29 πολυτελή λεωφορεία και δρομολογούνται στις αστικές συγκοινωνίες του Βόλου και στις υπεραστικές του Πηλίου.
Τον Απρίλιο του 1935, όμως, κυκλοφορεί και η πρώτη εκδρομική αμαξοστοιχία με πρώτους εκδρομείς το Δήμαρχο Αθηναίων Κωνσταντίνο Κοτζιά, το λογοτέχνη Παύλο Νιρβάνα, δημοσιογράφους κλπ. Τα επόμενα χρόνια μέχρι τη δεκαετία του ’50, πολλά φορτηγά βαγόνια μετατρέπονται σε εκδρομικά οχήματα για τα λαϊκά στρώματα με πολύ χαμηλό εισιτήριο. Με τα βαγόνια αυτά, ταξιδεύουν, από τη μιαν άκρη της Ελλάδας στην άλλη, οι μαθητές της χώρας και τα φυσιολατρικά σωματεία.
Την περίοδο του μεσοπολέμου, εκτός από τις διάφορες βελτιώσεις, γίνονται, όμως, και μια σειρά από σημαντικά έργα. Έτσι, ενώ τον Ιούλιο του 1936 εγκαινιάζεται η γραμμή τραμ Πειραιά – Περάματος, που λειτούργησε μέχρι και το 1977, την ίδια χρονιά  (1936), εγκαινιάζεται το νέο μηχανοστάσιο του Ρέντη στην Αττική. Τον Οκτώβριο του 1937, θεμελιώνεται ο νέος επιβατικός σταθμός της Θεσσαλονίκης σύμφωνα με τη μελέτη που βραβεύτηκε σε διαγωνισμό.
Το1938, χρονιά που συνολικά ανά την Ελλάδα μετακινήθηκαν με τραίνο 10.212.000 επιβάτες, με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας, συνίσταται και ανώνυμος εταιρία με την επωνυμία «Εταιρία Σιδηροδρόμων Θεσσαλίας».
Το1938 συνολικά ανά την Ελλάδα μετακινήθηκαν με τραίνο 10.212.000 επιβάτες (φωτό από το https://to-paliatzidiko.blogspot.gr/2012/04/blog-post_3867.html)
Ας δούμε, όμως, καταλήγοντας τι γνώμη έχουν και οι ιστορικοί για το σιδηρόδρομο στο Μεσοπόλεμο: «Ο μεγάλος χαμένος, ήδη από τον Μεσοπόλεμο και με μακροπρόθεσμες συνέπειες για τις ελληνικές υποδομές, ήταν, βέβαια, ο σιδηρόδρομος. Παρ’ όλο που η κυβέρνηση Μιχαλακοπούλου είχε σχεδιάσει την ανανέωση και επέκταση του τρικουπικού δικτύου, και παρ’ όλο που ο Πάγκαλος υπέγραψε αμέσως τη σχετική σύμβαση με τη Societe Commerciale de Belgique το καλοκαίρι του 1925, τελικά αλλεπάλληλες αλλαγές στον σχεδιασμό ανέβαλαν τα έργα. Και η μεν ανακαίνιση της γραμμής Αθήνας- Θεσσαλονίκης πραγματοποιήθηκε τελικά, μειώνοντας το ταξίδι από 14 σε 9 ώρες, αλλά από τις νέες γραμμές Μακεδονίας και Ηπείρου που είχαν προταθεί, ξεκίνησε μόνον η κατασκευή της γραμμής Βέροια – Κοζάνη – Καλαμπάκα, η οποία εγκαταλείφθηκε το 1932». [Πηγή: Αγριαντώνη Χ., - Πανσέληνα Γ., «Η ελληνική οικονομία. Διεθνής κρίση και εθνικός προστατευτισμός» στο Παναγιωτόπουλος Β. (επιμ.) Ιστορία του Νέου Ελληνισμού 1770-2000, τόμος 7ος, Αθήνα 2003]. 

Τρίτη 20 Φεβρουαρίου 2018

Β.10.  Νόμπελ ναι, αλλά Ειρήνη ακόμα...
Ήταν Οχτώβρης του 1994 και συμπληρωνόντουσαν τη μέρα εκείνη (14.10) 20 ακριβώς χρόνια αφότου, το 1974,  ο Οργανισμός Ηνωμένων Εθνών ανεγνώρισε την Οργάνωση για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης ως μοναδικό εκπρόσωπο του παλαιστινιακού λαού, όταν απονέμεται από κοινού στον πρωθυπουργό του Ισραήλ Γιτζάκ Ράμπιν, στον Ισραηλινό υπουργό Εξωτερικών Σιμόν Πέρες και τον Πρόεδρο της Οργάνωσης για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης Γιάσερ Αραφάτ το Νόμπελ Ειρήνης για την ειρηνευτική για τη Μέση Ανατολή συμφωνία του Όσλο που συνυπέγραψαν ένα χρόνο νωρίτερα επί αμερικανικού εδάφους.  
Οχτώβρης 1994,  Βραβείο Νόμπελ σε Αραφάτ (Παλαιστίνη) και Πέρες - Ράμπιν (Ισραήλ)


Πρόκειται όμως για ένα διεθνές βραβείο, που έχει «αμφισβητηθεί» έντονα από την παγκόσμια κοινότητα λόγω, κυρίως,  του Γ. Αραφάτ,  και μιαν ειρήνη που ακόμα δεν έχει έρθει για τον παλαιστινιακό λαό, ενώ από τους πρωταγωνιστές της συμφωνίας του Όσλο ο Ισραηλινός πρωθυπουργός Γ. Ράμπιν δολοφονήθηκε το Νοέμβρη του 1995 (4.11) από ακροδεξιό συμπατριώτη του εκ μέρους όσων αντιτίθεντο στην πολιτική ειρήνευσης, αφού προηγουμένως (8.10.1995) ο Αραφάτ είχε πραγματοποιήσει την πρώτη δημόσια επίσκεψη στο Ισραήλ, με σκοπό να έρθει σε διαβουλεύσεις με τον Πρόεδρο της χώρας, Ετζέρ Βάισμαν και να εδραιωθεί η πολυπόθητη ειρήνη στην περιοχή. Πηγή για το σημερινό δημοσίευμά μας εστάθησαν ανταποκρίσεις των διεθνών ειδησεογραφικών πρακτορείων και του Αθηναϊκού Πρακτορείου Ειδήσεων.
Β. 9. Η ΠΕΕΑ «εξισώνει» άντρες και  γυναίκες (1944)


Το 1921, ενώ συνεχίζεται η Μικρασιατική Εκστρατεία, ο Έλληνας πρωθυπουργός και γνωστός αντιβενιζελικός ηγέτης Δημήτριος Γούναρης υπόσχεται δικαίωμα ψήφου στις γυναίκες και υποστηρίζει σχετική πρόταση στην Γ’ Εθνοσυνέλευση, η οποία απορρίπτεται και προκαλεί βίαιες συζητήσεις.
Τρία χρόνια αργότερα (1924), η βενιζελικής πλειοψηφίας Εθνοσυνέλευση αποφασίζει να δώσει δικαίωμα ψήφου στις γυναίκες μετά από μία πενταετία. Όπως ορίζεται, θα ψηφίζουν μόνο στις δημοτικές εκλογές, χωρίς να μπορούν να εκλέγονται και αυτό υπό την προϋπόθεση να έχουν συμπληρώσει το 30ό έτος της ηλικίας τους και να γνωρίζουν γραφή και ανάγνωση.
Πλήρη πολιτικά δικαιώματα απέδωσε
στις γυναίκες το Εθνικό Συμβούλιο των Κορυσχάδων το 1944

Αρχές του 1928, λοιπόν, ενώ κυβερνά επικεφαλής κυβέρνησης συνασπισμού ο Αλέξανδρος Ζαΐμης, έχουμε την πρώτη δημόσια συγκέντρωση, στην Αθήνα, για το δικαίωμα ψήφου των γυναικών (Θέατρο ΑΠΟΛΛΩΝ, 18 Μαρτίου), ενώ σε μιαν εξαετία, επί αντιβενιζελικής κυβερνήσεως Παναγή Τσαλδάρη, έχουμε δημοτικές εκλογές (1934), όπου οι γυναίκες καλούνται να ψηφίσουν. Τελικά, ψηφίζουν μόνο 240 γυναίκες, επειδή δεν έχει ληφθεί μέριμνα για να συμπεριληφθούν στους εκλογικούς καταλόγους και εξαιτίας των αρνητικών κοινωνικών αντιλήψεων και του μεγάλου αριθμού αναλφάβητων γυναικών.
Κατά τη διάρκεια, όμως, της Κατοχής, στις Κορυσχάδες (1944), σχετικό ψήφισμα – προσχέδιο Συντάγματος του Εθνικού Συμβουλίου της πρώτης λαϊκής εξουσίας στην Ελλάδα (ΠΕΕΑ – Πανελλήνια  Επιτροπή Εθνικής Απελευθέρωσης, φωτογραφία) αναφέρει ρητά: «Όλοι οι Έλληνες, άνδρες και γυναίκες, έχουν τα ίδια πολιτικά και αστικά δικαιώματα», αναγνωρίζει, δηλαδή, για πρώτη φορά ίσα πολιτικά δικαιώματα και για τα δύο φύλα. Εκλέγονται, μάλιστα, και οι πρώτες γυναίκες βουλευτές: Χρύσα Χατζηβασιλείου, Μαρία Σβώλου, Καίτη Νισυρίου – Ζεύγου, Μάχη Μαυροειδή, Φωτεινή Φιλιππίδη. Η ΠΕΕΑ ήταν "μια από τις σπουδαιότερες και σημαντικότερες στη σύγχρονη ελληνική ιστορία, ένας κορυφαίος σταθμός στην πάλη του ελληνικού λαού για πραγματική λαϊκή εξουσία, η μοναδική ίσως στιγμή που ίσχυσε πραγματικά - και για τους αντιπροσωπευτικούς θεσμούς του κράτους - ότι «όλες οι εξουσίες πηγάζουν από το λαό και ασκούνται από το λαό» ", όπως σημειώνει ο "ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ" στο φύλλο της 14.05.2000.

Παρασκευή 16 Φεβρουαρίου 2018

Β.8. Simon Bolivar, ο ήρωας της Βενεζουέλας


Πολύς λόγος και αρκετό μελάνι έχει χυθεί για έναν ήρωα της Λατινοαμερικάνικης Ιστορίας. Ομιλούμε για τον Simon Bolivar, που γεννιέται στο Καράκας της Βενεζουέλας το 1783 και, όπως θα ιδούμε, πρωταγωνιστεί στο α' ήμισυ του 19ου αιώνα. Ηγήτορας και λαϊκός ήρωας του απελευθερωτικού κινήματος κατά της ισπανικής κυριαρχίας στη Λατινική Αμερική. Πέρασε στην εφηβική του ηλικία στην Ευρώπη (Ισπανία, Γαλλία, Ιταλία) και με την επιστροφή του στην πατρίδα, πήρε δραστήρια μέρος στην ανατροπή της ισπανικής κυριαρχίας στη Βενεζουέλα (1810) και την ανακήρυξη της, το 1811, σε δημοκρατία.
Μετά την εξολόθρευση και των τελευταίων Ισπανών, εγκαταστάθηκε στη Νέα Γρανάδα (Κολομβία). Το 1813, το Καράκας κατελήφθη από τα στρατεύματα του και σχηματίστηκε η 2η Βενεζουελάνικη Δημοκρατία της οποίας έγινε και πρόεδρος. Ωστόσο, το 1814 ηττήθηκε και αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την πατρίδα του. Το 1816 στρατιωτικό απόσπασμα του Bolivar αποβιβάστηκε πάλι στην ακτή της Βενεζουέλας και πήρε την εξουσία. Η κατάργηση της δουλείας (1816) και το διάταγμα για την παραχώρηση γης στους στρατιώτες του απελευθερωτικού στρατού, το 1817, συνέβαλαν ώστε να αποκτήσει ο Bolivar την υποστήριξη των πλατιών μαζών. 
O S. Bolivar (1783-1830),
ήρωας της Λατινικής Αμερικής στον 19ο αι. 
Το 1819, τα στρατεύματα του απελευθέρωσαν τη Νέα Γρανάδα και ο Bolivar  εκλέχθηκε Πρόεδρος της Μεγάλης Κολομβίας, στην οποία υπάγονταν η Βενεζουέλα και η Νέα Γρανάδα. Με τη συντριβή των κύριων ισπανικών δυνάμεων στη Βενεζουέλα (1821) απελευθερώθηκε το 1822 από το στρατό του S. Bolivar η επαρχία Κίτο (ο σημερινός Ισημερινός) και σε συνέχεια προσαρτήθηκε στη Μεγάλη Κολομβία. Τέλος, το 1824, ο S. Bolivar συνέτριψε τα ισπανικά στρατεύματα στη περιοχή του Περού και έκτοτε έως το 1826 εντείνει, με πολιτικοστρατιωτικά μέσα, τις προσπάθειες για ένωση των λατινοαμερικανικών νέων χωρών. 
Οι αυτονομιστικές, όμως,  τάσεις, που άρχισαν να εμφανίζονται σιγά – σιγά,  οδήγησαν στην ανατροπή του Bolivar στο Περού και στη Βολιβία. Κατόπιν τούτων, δημιουργήθηκε κίνδυνος απόσπασης της Βενεζουέλας και του Ισημερινού από τη Μεγάλη Κολομβία. 
Στην αρχή του 1830, ο Bolivar παραιτήθηκε και στις 17 του Σεπτέμβρη του ίδιου χρόνου πεθαίνει, αλλά αξίζει να σημειωθεί πως έδωσε το όνομά του στη σημερινή Βολιβία. Σήμερα, ο Simon Bolivar είναι γνωστός παντού και τιμάται ως "Ο Απελευθερωτής" ("EL Libertador"), γιατί η ακεραιότητα, τα υψηλά ήθη τον έκαναν ένα πρότυπο ρόλου σε πολλούς κατοπινούς του. 
Το όνειρό του, όμως,  μιας ενωμένης Λατινικής Αμερικής, της «Μεγάλης Κολομβίας», που θα συμπεριελάμβανε την Κολομβία, τη Βενεζουέλα και τον Ισημερινό, δεν επέζησε του θανάτου του, γιατί, έκτοτε, τα τρία έθνη, που την αποτελούσαν, κήρυξαν την ανεξαρτησία τους, με την ψήφιση ξεχωριστού Συντάγματος από κάθε μεμονωμένο κράτος. 
Β.7. Ένας "μικρός" αυτοκράτορας, μια "μεγάλη" συλλογή νόμων


Ο Θεοδόσιος ο Β’, γιος και διάδοχος του Αρκαδίου, έχει μείνει στην Ιστορία του Βυζαντίου με το παρωνύμιο «Μικρός», για να αντιδιαστέλλεται με τον εκ πατρός παππού του και αρχηγέτη της δυναστείας, το Θεοδόσιο τον Α’, το Μεγάλο. Για το Θεοδόσιο τον Α’ και για τους «επιγόνους» του, στοιχεία αντλήθηκαν και  από το βιβλίο «Βυζαντινός Πολιτισμός» (σελ. 36 – 37 κ.α.) του Στ. Ράνσιμαν, πέρα απ’ τις άλλες πηγές, που χρησιμοποιήθηκαν και θα κατονομάζονται επιτόπου, ενώ ανατρέξαμε και στην «Ιστορία του Βυζαντινού Κράτους» του G. Ostrogorsky.
Στην Ανατολή, ο Θεοδόσιος Β΄ ο Μικρός αναγκάστηκε να πληρώσει μεγάλο χρηματικό ποσό και να παραχωρήσει αρκετό τμήμα της Βαλκανικής, για να απαλλάξει τη χώρα του από τον τρόμο του Αττίλα, που το 447 είχε φτάσει μέχρι τα πρόθυρα της Κωνσταντινούπολης. Από τα σπουδαιότερα ειρηνικά έργα του Θεοδοσίου του Μικρού είναι η ίδρυση του Πανδιδακτηρίου, του πρώτου δηλ. πανεπιστημίου της πρωτεύουσας (425), και ο "Θεοδοσιανός Κώδιξ" (438), δηλ. η κωδικοποίηση των νόμων.
Ο Θεοδόσιος, λοιπόν, ο Α’ – με τη διαθήκη του, πεθαίνοντας, σε ηλικία μόλις 48 ετών, από υδρωπικία – είχε, το 395 (17 Ιανουαρίου) μ.Χ., μοιράσει την ενιαία Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία σε Ανατολή με έδρα την Κωνσταντινούπολη και σε Δύση με πρωτεύουσα τη Ρώμη. Την Ανατολή έδωσε στο μεγαλύτερο σε ηλικία γιο του, Αρκάδιο (377 – 408) και τη Δύση στο μικρότερο, τον Ονώριο (384 – 423).
Νομίσματα που απεικονίζουν το Βυζαντινό αυτοκράτορα
Θεοδόσιο το Β', τον "Μικρό" (α' μισό 5ου αι. μ.Χ.)

Ο Αρκάδιος, τη χρονιά που πέθανε ο πατέρας του (395), αναρριχάται στο θρόνο της Κωνσταντινούπολης, ενώ ήταν 18 χρόνων. Από το γάμο του ο νέος αυτοκράτορας με τη Γερμανίδα Ευδοξία, γνωστή για τη στάση της έναντι του εκ των Πατέρων της Χριστιανικής Εκκλησίας Ιωάννου του Χρυσοστόμου, αποχτά το 399 την Πουλχερία και το 401 (Απρίλιος) το Θεοδόσιο.
Το 408, όμως, ενώ, όσο ήταν αυτοκράτωρ, την εξουσία της Ανατολής ασκούσαν οι αυλικοί αξιωματούχοι, Ρουφίνος και Ευτρόπιος, ο Αρκάδιος πεθαίνει  31χρονος και αφήνει την εξουσία στον ανήλικο Θεοδόσιο, ο οποίος, πλέον, αν και σε ηλικία 7 μονάχα ετών, αναγνωρίστηκε, για να μην επέλθει αναρχία, ως νόμιμος διάδοχός του και αναλαμβάνει τα ηνία του κράτους  ως Θεοδόσιος ο Β’. Ο Θεοδόσιος ο Μικρός βασίλεψε στο Βυζάντιο 42 ολόκληρα χρόνια, μέχρι το θάνατό του από ατύχημα (πτώση από άλογο και θανάσιμος τραυματισμός στην ραχοκοκαλιά), το 450. Επί μεγάλο διάστημα της βασιλείας του, «κηδεμονευόταν» από την αδελφή του, που είχε αυτοανακηρυχτεί Αυγούστα από τον Ιούλη του 414 παραμερίζοντας τον μέχρι τότε αντιβασιλέα Ανθέμιο, έως ότου η Πουλχερία αποχώρησε, ύστερ’ από καβγά με την από το καλοκαίρι του 421 σύζυγο του Θεοδοσίου, Αθηναΐδα – Ευδοκία, την κόρη του εθνικού ρητοροδιδάσκαλου Λεόντιου από την Αθήνα. 
Τότε, «η Ευδοκία έγινε το πρόσωπο που ασκούσε την πιο μεγάλη επιρροή επάνω στο Θεοδόσιο το Β΄, μαζύ με τον Έπαρχο της Ανατολής, Κύρο τον Πανοπολίτη» (βλ. W. Treadgold, «A History of the Byzantine State and Society», σελ. 94). Το 440, όμως, η Ευδοκία κατηγορείται για μοιχεία και αποτραβιέται στα Ιεροσόλυμα, ενώ την επόμενη χρονιά (441) ο Κύρος, ποιητής και στοχαστής του 5ου αι. απ’ την Πανόπολη της Αιγύπτου και υποστηρικτής της ελληνικής παιδείας, ωθήθηκε σε παραίτηση και αναγκάστηκε να γίνει επίσκοπος και πρωταγωνιστικό ρόλο, πλέον, παίζει ο ευνούχος Χρυσάφιος, που ίσως κρύβεται και πίσω από τις απομακρύνσεις της Πουλχερίας, της Ευδοκίας και του Κύρου απ’ το πλευρό του Θεοδοσίου.
Ο ίδιος, ωστόσο, ο Θεοδόσιος αποδείχτηκε, σε μιαν εποχή που η Ευρώπη αναταράσσεται από τις συνεχείς μεταναστεύσεις των λαών και η πάλαι ποτέ κραταιά και ενωμένη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία έχει διασπαστεί και τα δύο της «γεννήματα», Ανατολή και Δύση, κλυδωνίζονται σοβαρά απ’ τις έξωθεν επιδρομές, ανίσχυρος και ανάξιος για αυτοκράτορας. Παρά ταύτα, είχε την τύχη να περιβληθεί από ικανούς συμβούλους. Πιο πολύ του άρεσε η ζωγραφική, η αντιγραφή και η διακόσμηση χειρογράφων, γι’ αυτό και οι σύγχρονοί του τον ονόμαζαν και καλλιγράφο. Στο σημερινό σημείωμα, λοιπόν, με τη χρήση μέρους μονάχα της πολυπληθούς βιβλιογραφίας γύρω από το βυζαντινό δίκαιο, θα προβληθεί το νομοθετικό έργο των χρόνων του, το οποίο κατέχει ξεχωριστή θέση στη νομική επιστήμη των κατοπινών αιώνων, χάρη στο «Θεοδοσιανό Κώδικα», την πρώτη απόπειρα κωδικοποίησης νόμων, την οποία ανέλαβε ομάδα νομομαθών της Αυλής του Θεοδοσίου του Β’.
Το 429, συγκροτείται, λοιπόν, στην Κωνσταντινούπολη, μια επιτροπή, με αποστολή να κωδικοποιήσει τη μέχρι τότε ισχύουσα νομοθεσία. Ο λόγος; Έπρεπε, σύμφωνα με τη «Μεγάλη Ιστορία της Ελλάδας» του Γ. Κορδάτου (σελ. 122 του VII τόμου), να «σταθεροποιηθεί η θέση της μοναρχικής εξουσίας και να ενισχυθεί η εξουσία των μεγάλων γαιοκτημόνων». Πράγματι, εννέα χρόνια αργότερα (15/02/438), η εν λόγω επιτροπή παρουσιάζει το λεγόμενο «Θεοδοσιανό Κώδικα», που έχει μεγάλη ιστορική και νομική αξία. «Είναι το πιο σπουδαίο έργο κωδικοποιήσεως νόμων πριν από το Corpus Juris  του Ιουστινιανού και αποτελεί την επίσημη συλλογή των αυτοκρατορικών διαταγμάτων από την εποχή του Μ. Κωνσταντίνου», γράφει ο G. Ostrogorsky (δες «Ιστορία του Βυζαντινού Κράτους», τ. 1, σελ. 115), δηλαδή από το 312 μ.Χ. και μετά. Ο Κώδικας αυτός, που τέθηκε σε ισχύ από τις 1 Ιανουαρίου 439,  είχε γραφεί στα Λατινικά και χωριζόταν σε 16 επιμέρους βιβλία, απ’ τα οποία σώζονται έως σήμερα σχεδόν πλήρως τα 11,  αποτελώντας σημαντική μαρτυρία για τις κοινωνικοπολιτικές συνθήκες του 5ου αιώνα, αφού το καθένα καταπιανόταν και μ’ έναν τομέα της καθημερινής ζωής (δημόσια διοίκηση, στρατιωτικές υποθέσεις, θρησκευτική ζωή, οικογένεια κ.α.).
Ο «Θεοδοσιανός Κώδικας», όμως, είχε αρκετά, σοβαρά μειονεκτήματα, δηλαδή «δεν ήταν αυστηρά συστηματικός, περιείχε διατάξεις που είχαν καταργηθεί από μεταγενέστερες και, κυρίως, παρουσίαζε κενά λόγω της κακής κατάστασης των αρχείων»  (βλ. «Ιστορία Ελληνικού Έθνους» Εκδοτική Αθηνών, τόμος Ζ, σελ. 112 – 113).  Παρέμεινε, παρά ταύτα, στην Ανατολή σε ισχύ ως τα χρόνια του Ιουστινιανού.
Κι αυτό δικαιολογείται, διότι, καθώς μέχρι τότε χώλαινε η απονομή δικαιοσύνης, τερμάτισε τη σύγχυση που υπήρχε στους κατοίκους της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και στους νομικούς κύκλους λόγω της πολυνομίας, της αλληλοκάλυψης ή αλληλοαναίρεσης των αυτοκρατορικών διαταγμάτων και της ταυτόχρονης έλλειψης μιας επίσημης συλλογής νόμων. Ο Κώδικας τούτος, όμως, «έκαμε – όπως επισημαίνει, μεταξύ άλλων, η Tamara Talbot Rice (βλ. «Ο Δημόσιος και Ιδιωτικός Βίος των Βυζαντινών», σελ. 120)  – απλούστερη  την αναζήτηση των νόμων και την παραβολή των διατάξεων. Η βελτίωση αυτή βοήθησε τους δικαστές ν’ αποφεύγουν τις πλάνες που προέκυπταν από σύγχυση ή σφαλερή ερμηνεία των διατάξεων […]».
«Το – κατά το Δ. Ζακυθηνό (δες «Βυζαντινή Ιστορία, 324 – 1071», σελ. 51 – 52) – τελευταίο  μέγα πνευματικό έργο, το οποίο ανήγειραν από κοινού οι δύο επί τα μάλλον και μάλλον διιστάμενοι ρωμαϊκοί κόσμοι», δημοσιεύθηκε τόσο στην Ανατολή, όπου γρήγορα αναγνωρίστηκε ως βάση της εθνικής νομοθεσίας, όσο και στο Δυτικό Ρωμαϊκό κράτος στο όνομα των δυο αυτοκρατόρων, Θεοδοσίου του Β’ και Ουαλεντινιανού Γ’ αντίστοιχα, και «έδωσε νέα έμφαση στην ενότητα της αυτοκρατορίας. Ωστόσο, η ενότητα αυτή κλονιζόταν με τον καιρό, πράγμα που εκδηλώθηκε και στον νομικό χώρο. Έτσι, μετά τη δημοσίευση του «Θεοδοσιανού Κώδικα» οι αυτοκράτορες της Ανατολής απέφευγαν να στέλνουν τους νόμους των στη Δύση, ενώ οι νόμοι των δυτικών αυτοκρατόρων δεν έφθαναν  σχεδόν ποτέ πια στην Ανατολή», καθώς σημειώνει ο Ostrogorsky (βλ. ο.π., σελ. 118). 
Ό,τι αξίζει να τονιστεί επιπροσθέτως για το «Θεοδοσιανό Κώδικα» – πέρα απ’ ότι, όπως πιστεύει η Τ. Τalbot Rice (βλ. ο.π.), «είχε σαν αποτέλεσμα να ενθαρρύνει τη χρησιμοποίηση της Ελληνικής γλώσσας στο Βυζάντιο με παράλληλο παραγκωνισμό της Λατινικής» – είναι πως «πάνω απ’ όλα περιλαμβάνει μια διαφωτιστική καταγραφή των αλλαγών, που ο Χριστιανισμός επέφερε στο δημόσιο και το ιδιωτικό βίο του κράτους. Η πολιτεία σέβεται την εκκλησία. Ο πολίτης αποχτά χριστιανική συνείδηση του παρελθόντος της πολιτικής εξουσίας[…]» όπως γράφει ο Φ. Καίσαρης (δες «Γενική Ιστορία», σελ. 349).
Καταλυτική, τέλος, θεωρήθηκε η επιρροή του «Θεοδοσιανού Κώδικος» και στα νομοθετικά κείμενα των γερμανικών φύλων, που κατέβηκαν στην  Κεντρική και Δυτική Ευρώπη τα χρόνια του Θεοδοσίου Β’ και αμέσως μετά. Έτσι, το «Ρωμαϊκό Δίκαιο των Βησιγότθων» του 507 μ.Χ., που σχετίζεται με τον Αλάριχο, αποτελεί συντόμευσή του. 
B.6. Λουκέτο εν ονόματι ... Προφήτου

Όπως είχαν αναμεταδώσει τα διεθνή ειδησεογραφικά πρακτορεία της εποχής, εκ των οποίων το Αθηναϊκό Πρακτορείο Ειδήσεων χρησιμοποιούμε ως κύρια πηγή του παρόντος δημοσιεύματος, στο κλείσιμο της εφημερίδας Shams, είχαν προχωρήσει, το Φεβρουάριο του 2006, στη Σαουδική Αραβία οι τοπικές αρχές, μετά τη δημοσίευση από αυτή μέρος από βλάσφημες γελοιογραφίες σε βάρος του προφήτη Μωάμεθ, που είχαν πρωτοδημοσιευτεί νωρίτερα σε ευρωπαϊκές εημερίδες. 

Ο Προφήτης Μωάμεθ είναι ιερό και σεβαστό πρόσωπο
σε όλον το Μουσουλμανικό κόσμο

Οι υπεύθυνοι της εφημερίδας προχώρησαν στην ενέργεια αυτή, με στόχο την καταγγελία των συγκεκριμένων σκίτσων, και γι΄αυτό το λόγο η δημοσίευσή τους συνοδεύτηκε με άρθρα που προέτρεπαν τους νεαρούς μουσουλμάνους σε εκδηλώσεις διαμαρτυρίας κατά της Δανικής εφημερίδας που τις είχε πρωτοδημοσιεύσει. Παρά το όποιο κίνητρο, τελικά, οι αρχές θεώρησαν την πράξη αυτή ως προσβλητική προς τη θρησκεία του Ισλάμ, με αποτέλεσμα ο υπουργός Πολιτισμού και Μέσων Ενημέρωσης, να προχωρήσει στην αναστολή της λειτουργίας της.
Παρά ταύτα, μαρτυρίες, σύμφωνα με την ελληνική εφημερίδα "Καθημερινή" της 22.02.2006, που προτίμησαν την ανωνυμία, είχαν αφήσει να εννοηθεί ότι η δημοσίευση των γελοιογραφιών ήταν πρόσχημα, καθώς η Shams, που άρχισε να κυκλοφορεί μόλις πριν από δύο μήνες, αντέκρουε τις απόψεις του καθεστώτος. 
Τέλος, η εικόνα του προφήτη Μωάμεθ, που συνοδεύει το παρόν δημοσίευμα, προέρχεται από την ελληνική εφημερίδα "ΤΟ ΒΗΜΑ", 17-01-2015.
Β.5. Ορθοδοξία vs Ρωμαιοκαθολικοί, Βυζάντιο vs Δύση (μέρος V- Τελευταίο)!

Μετά το σχίσμα στο χριστιανισμό μεταξύ της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας και της Δυτικής Ρωμαιοκαθολικής κατά τον 11ο αιώνα (1054), οι υποκινούμενες από πολιτικές σκοπιμότητες σχέσεις  μεταξύ Κωνσταντινούπολης και Δύσης πέρασαν από διάφορες «φάσεις» έως το 1453, εκ των οποίων, αναμφίβολα, ξεχωρίζουν οι δυτικοευρωπαϊκές Σταυροφορίες και η άρνηση του λαού και του κλήρου της Ανατολής για «επανασυγκόλληση» των Εκκλησιών.
Ένα, λοιπόν, από τα σπουδαιότερα κεφάλαια της Βυζαντινής Ιστορίας και της πολιτικής και θρησκευτικής σχέσης  του Βυζαντίου με τη Δύση είναι η εξιστόρηση του βίου και της πολιτείας της Δυναστείας των Παλαιολόγων. Θα εστιάσουμε το ενδιαφέρον μας σε μιαν εποχή, που μετά τη Φραγκοκρατία και τις ιμπεριαλιστικού χαρακτήρα σταυροφορίες, οι Βυζαντινοί εμφανίζονται αρκετά δύσπιστοι στις προθέσεις της Ρώμης για «επανένωση» των Εκκλησιών» (: νόμιζαν ότι ο πάπας και οι Δυτικοί θέλουν να τους «υποτάξουν») και, με δικούς τους (όχι πάντα θεμιτούς!) πολιτικούς – διπλωματικούς «ελιγμούς», προσπαθούν να επιβληθούν στους Δυτικούς και τον πάπα της Ρώμης.

O Μιχαήλ ο Η' ο Παλαιόλογος,
μετά την ανάκτηση της Πόλης (1261)
ήταν "μαύρο πρόβατο" για τη Δύση



Πριν προχωρήσουμε, ας θυμίσουμε ότι οι Παλαιολόγοι είναι  η τελευταία χρονικά, μα, παρά τις εμφύλιες διαμάχες και τις απειλές από τις εξωτερικές επιδρομές, και η μακροβιότερη δυναστεία της Ανατολικής Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Κυβέρνησαν το Βυζάντιο επί 2 αιώνες περίπου (1261 – 1453 ). Στο σημερινό μας σημείωμα, με το οποίο ολοκληρώνεται η εξιστόρησή μας των εκκλησιαστικών σχέσεων Δύσης (Ρώμη) – Ανατολής (Κωνσταντινούπολη) από το 330 μ.Χ. έως την Άλωση της Πόλης από τους Τούρκους (29/05/1453), θα πραγματευτούμε τις σχέσεις των Παλαιολόγων με τον Πάπα και τη Δυτική Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία.

Μιχαήλ, Κάρολος και… Ένωση!

Ιδρυτής, λοιπόν, και γενάρχης της Δυναστείας των Παλαιολόγων υπήρξε ο Μιχαήλ  Η΄ Παλαιολόγος (1224 – 1282 ), Παφλαγόνας στρατηγός και μεγαλογαιοκτήμονας, που ανέβηκε στον θρόνο με πραξικόπημα το 1258 και κυβέρνησε περισσότερο από 20 χρόνια, έως το τέλος της ζωής του, το 1282.
Τον διαδέχτηκε στο θρόνο του Βυζαντίου ο γιος του, Ανδρόνικος ο 2ος  (1282 – 1328). Οι υπόλοιποι αυτοκράτορες της δυναστείας ήσαν, κατά χρονολογική σειρά, οι ακόλουθοι: Ανδρόνικος ο 3ος  (1328 – 1341), που ήταν εγγονός του Ανδρόνικου 2ου  και γιος του συμβασιλιά του, Μιχαήλ του 9ου (1295 – 1320), Ιωάννης ο 5ος ο Παλαιολόγος (1341 – 1391), που ήταν γιος του Ανδρόνικου του 3ου , Ιωάννης ο 6ος ο Καντακουζηνός, αυλικός αξιωματούχος (1347 – 1355), Ανδρόνικος ο 4ος ο Παλαιολόγος (1376 – 1379), Μανουήλ 2ος ο Παλαιολόγος (1391 – 1425) γιος του Ιωάννη του 5ου, Ιωάννης ο 7ος Παλαιολόγος (1399 – 1401), ανιψιός του προηγούμενου και γιος του Ανδρόνικου του 4ου, ενώ τη δυναστεία «κλείνουν» οι γιοι του  Μανουήλ του 2ου, Ιωάννης 8ος ο Παλαιολόγος (1425 – 1448) και Κωνσταντίνος 11ος ο Παλαιολόγος ή Δραγάσης (1449 – 1453).
Σ’ ό,τι αφορά, λοιπόν, τη Δύση, ο Μιχαήλ προώθησε πάλι τις ενωτικές διαπραγματεύσεις, που, παρά διάφορα μικρομέγαλα «εμπόδια» [πχ ο πάπας Κλήμης Δ’ έδειχνε ότι υποστήριζε σχέδια του Γάλλου βασιλιά από τις 22/02/1266 της Σικελίας και της Νεαπόλεως Κάρολου Ντ’ Ανζού (ή Ανδεγαυού) για διαμελισμό της Βυζαντινής αυτοκρατορίας προ του 1268, αλλά στην πραγματικότητα ήθελε να «επιβάλει» τους όρους του στο Βυζαντινό αυτοκράτορα] αυτή τη φορά κατέληξαν στην Ένωση των δύο Εκκλησιών,  με Ομολογία, που υπογράφηκε στη γαλλική πόλη Λυών, το 1274. Εκεί, ο μέγας λογοθέτης Γεώργιος Ακροπολίτης (1217 – 1282), σημαντική ιστορική πηγή της περιόδου της Αυτοκρατορίας της Νίκαιας με το έργο του «Χρονική Συγγραφή», ορκίστηκε εκ μέρους του αυτοκράτορα ότι αναγνωρίζει τόσο το παπικό πρωτείο όσο και τα θεμελιώδη σημεία της πίστης των Ρωμαιοκαθολικών Δυτικών (το λεγόμενο “filioque”).
Να σημειωθεί, όμως, ότι η αντεκδίκηση που πήραν οι Βυζαντινοί από τους Λατίνους με την ανάκτηση της Κωνσταντινούπολης (1261) δε μείωσε το αντιλατινικό πάθος, αλλά οι ενέργειες των Γενουατών και των Ενετών, που η πολιτική του Μιχαήλ του Η’ ξαναγύρισε στην παραπαίουσα πια αυτοκρατορία, τροφοδότησαν πάλι το μίσος εναντίον των Δυτικών. Μέσα σε τέτοιο «κλίμα», από το Σεπτέμβρη του 1271 πάπας  Ρώμης είναι ο ιταλικής καταγωγής Γρηγόριος ο Ι’, ο οποίος από φόβο μήπως μεγαλώσει η πολιτική δύναμη του Καρόλου, αλλά και εξυπηρετώντας δικούς του σκοπούς, αναγκάστηκε να σταματήσει κάθε ενέργεια για την οργάνωση νέας σταυροφορίας εναντίον του Βυζαντίου και του Μιχαήλ του Η’ Παλαιολόγου, που έτσι φάνηκε «κερδισμένος» από τα διπλωματικά, πολιτικά και εκκλησιαστικά, παρασκήνια.
Tην Ένωση των Εκκλησιών, όμως, που συμφωνήθηκε στη Λυών (1274) επισφράγισε η υπογραφή της λατινικής ομολογίας πίστεως από το Μιχαήλ και το γιο του και συμβασιλέα, Ανδρόνικο, τον Απρίλιο του 1277.  Παρόλο που η Ένωση δεν έγινε δεκτή από το μεγαλύτερο μέρος του κλήρου και του λαού του Βυζαντίου και προκάλεσε βαθιά κρίση στο εσωτερικό του κράτους, έφερε βραχυπρόθεσμα πολιτικά οφέλη στην αυτοκρατορία. Ό,τι όμως έφερε σε αδιέξοδο την πολιτική του Μιχαήλ Η' για την ένωση των Εκκλησιών ήταν η αλλαγή της παπικής πολιτικής.

Από το 1277 ως το ’82

Ο πάπας της Ρώμης Νικόλαος ο 3ος  (1277 – ’80), αν και φάνηκε να δυσπιστεί ως προς τη δυνατότητα του Μιχαήλ του 8ου  να επιβάλει την Ένωση στο Βυζάντιο, προώθησε την ενωτική πολιτική και επιχείρησε να συμφιλιώσει τον Κάρολο Ντ’ Ανζού απ’ τη Δύση με τους Παλαιολόγους της Ανατολής, γιατί επιδίωκε να επιβάλει σ’ όλες τις κοσμικές δυνάμεις την οικουμενική κυριαρχία της ρωμαϊκής Εκκλησίας. Δε συνέβη, όμως, το ίδιο και με τον διάδοχό του στον παπικό θρόνο, το Γάλλο Μαρτίνο τον 4ο  (22/02/1281 – 1285).
Ο Μαρτίνος, φανερός υποστηρικτής του Καρόλου Ντ’ Ανζού και των κατακτητικών σχεδίων του εναντίον του Βυζαντίου, εγκατέλειψε τη φιλενωτική πολιτική των προκατόχων του. Ευνόησε, επιπλέον, την υπογραφή της συνθήκης του Ορβιέτο τον Ιούλιο του 1281 (03/07) κατά του Βυζαντίου από τον Κάρολο Ντ’ Ανζού, το δόγη της Βενετίας και τον τιτουλάριο αυτοκράτορα της Κωνσταντινούπολης Φίλιππο Κουρτεναί. Ο Κάρολος ήταν αδελφός του βασιλιά της Γαλλίας, Λουδοβίκου του 9ου, και είχε, το 1266, καταλάβει το βασίλειο της Κάτω Ιταλίας και Σικελίας, ενώ ο Μαρτίνος, λίγο μετά την ανάρρησή του στον παπικό θρόνο, καταδίκασε ως σχισματικό το Μιχαήλ τον 8ο, τον κήρυξε έκπτωτο και απαγόρευσε στους χριστιανούς ηγεμόνες των ευρωπαϊκών κρατών και κρατιδίων να επικοινωνούν μαζύ του!
Όλα έδειχναν ότι οι δυτικές δυνάμεις ενωμένες ξανά θα έδιναν το τελειωτικό χτύπημα στο βυζαντινό κράτος. Η διπλωματική όμως ευστροφία του Μιχαήλ Παλαιολόγου έδρασε για άλλη μια φορά. Με την επανάσταση που υπέθαλψε (στρατηγική πονηριά και χρηματικά ανταλλάγματα) ο ίδιος στη Σικελία και η οποία ονομάστηκε «Σικελικός Εσπερινός», επειδή ξέσπασε το Μάρτιο του 1282 (31/03) στο Παλέρμο την ώρα του εσπερινού, εξολόθρευσε τους Γάλλους του Καρόλου και έδωσε … παράταση ζωής στην ετοιμοθάνατη αυτοκρατορία της Κωνσταντινούπολης!
Έπειτα, όμως, απ’ το θάνατό του Μιχαήλ το 1282, άρχισε η ραγδαία, πολυποίκιλη, παρακμή, λόγω εμφυλίων πολέμων των επιγόνων του, απανωτών ξενικών επιδρομών και επεμβάσεων των Δυτικών στα πολιτικά, θρησκευτικά και οικονομικά ζητήματα του Βυζαντίου.
Επί Μανουήλ
Η βασιλεία του Μανουήλ του 2ου του Παλαιολόγου «σημαδεύει» τα τέλη του 14ου και τις αρχές του 15ου αιώνα, καθώς κυβερνά, μετά από ταραγμένα χρόνια ενδοδυναστικών διενέξεων, από το 1391 έως το 1425.
Ενώ ο τουρκικός κίνδυνος ήταν προ των πυλών της Κωνσταντινούπολης, ο Μανουήλ ζήτησε, με πρεσβείες στον πάπα, το δόγη της Βενετίας και τους βασιλείς της Γαλλίας, Αγγλίας και Αραγονίας, βοήθεια. Στράφηκε, ταυτόχρονα, και προς την Ανατολή και συγκεκριμένα στο μεγαδούκα της Ρωσίας Βασίλειο (1398), ενώ ο πατριάρχης Αντώνιος παρακινούσε το βασιλιά της Πολωνίας να συμπαραταχτεί με το βασιλιά της Ουγγαρίας σε μιαν αντιτουρκική σταυροφορία.
Αφού μονάχα ο Γάλλος βασιλιάς απ’ τη Δύση έστειλε πενιχρή στρατιωτική βοήθεια 1200 αντρών υπό τις διαταγές του στρατάρχη Boucicaut, ο Μανουήλ αποφάσισε να ταξιδέψει αυτοπροσώπως στη Δύση, για να ζητήσει βοήθεια.  Το ταξίδι του Μανουήλ ξεκίνησε με τη συνοδεία του Boucicaut στις 10/12/1399. Τον Απρίλη του 1400, βρέθηκε στη Βενετία και σε πολλές ιταλικές πόλεις και τους κατοπινούς μήνες της ίδιας χρονιάς, μετέβη στο Παρίσι (Ιούνης) και στο Λονδίνο (Δεκέμβρης), ενώ τον επόμενο χρόνο (Φλεβάρης του 1401) ξανακατέβηκε στο Παρίσι.
Το ταξίδι του Μανουήλ στη Δύση, αν και ήταν πολύμηνο, είχε μηδαμινά επί της ουσίας οφέλη για το Βυζάντιο, εφόσον από παντού ο αυτοκράτορας εξασφάλιζε ασαφείς και ως εκ τούτου ανεκπλήρωτες υποσχέσεις βοήθειας κατά των Τούρκων, που ήταν πια ζήτημα χρόνου να κυριέψουν την Κωνσταντινούπολη εξαιτίας της αβουλίας του Ιωάννη του 7ου του Παλαιολόγου, προσωρινού, όσο έλειπε ο Μανουήλ στην Ευρώπη, αυτοκράτορα και «υποχείριου» του Οθωμανού σουλτάνου Βαγιαζήτ, στον οποίο η Κωνσταντινούπολη πλήρωνε και φόρο υποτέλειας.
Η ήττα, όμως, των Οθωμανών και του Βαγιαζήτ από τους Μογγόλους του Ταμερλάνου στη μάχη της Άγκυρας (28/07/1402) και οι ταραχές που ακολούθησαν στο οθωμανικό κράτος απάλλαξαν, προσωρινά ως απεδείχθη, το Βυζάντιο από τον τουρκικό κίνδυνο!

Ο καθοριστικός 15ος αιώνας

Ο Ιωάννης ο 8ος ο Παλαιολόγος, γιος και διάδοχος του Μανουήλ του 2ου, βασίλεψε από το 1425 μέχρι το θάνατό του το 1448 και συνέχισε τη θρησκευτική πολιτική των προκατόχων του, που είχε αρχίσει, με την ανάκτηση της Κωνσταντινούπολης, το καλοκαίρι του 1261, μετά από 50ετή σχεδόν κατοχή από τους Σταυροφόρους, ο Μιχαήλ ο 8ος, ο αρχηγέτης των Παλαιολόγων. Μια πολιτική, η οποία υπαγορευόταν από τη ραγδαία εξάπλωση των Οθωμανών Τούρκων στα Βαλκάνια και την Ανατολία εις βάρος της άλλοτε κραταιάς Βυζαντινής Αυτοκρατορίας.
Η περιορισμένη πλέον γεωγραφικά Βυζαντινή Αυτοκρατορία (Roman Empire)
και τα υπό την "ευλογία" του Πάπα κράτη της Δυτικής Ευρώπης
γύρω στο 1400 μ.Χ.

Ο Ιωάννης πραγματοποίησε, ήδη από το 1424, διπλωματικές επαφές στην Ουγγαρία και τη Βενετία, χωρίς κανένα ουσιαστικό αποτέλεσμα. Παρά ταύτα, στην αγωνιώδη προσπάθειά του να εξασφαλίσει βοήθεια από τη χριστιανική Δύση, κατάφερε να πείσει την Παπική Εκκλησία για τη σύγκληση ενός συμβουλίου για την ένωση των Εκκλησιών. Η Σύνοδος της Φλωρεντίας ή Φεράρας – Φλωρεντίας, όπως έμεινε γνωστή στην Ιστορία, συνεκλήθη το 1431, αρχικά, στην πόλη Βασιλεία της Ελβετίας από τον Πάπα Μαρτίνο τον 5ο . Αργότερα, η Σύνοδος μεταφέρθηκε το 1438 στη Φεράρα, από τον Πάπα Ευγένιο τον 4ο .
Τη σύνοδο θα παρακολουθούσε και ο ίδιος ο Ιωάννης ο 8ος,  που έσπευσε στη Δύση όχι μόνο για να ζητήσει βοήθεια, αλλά και για να πραγματοποιήσει την Ένωση με τη Ρώμη. Πριν φύγει, το Νοέμβριο του 1437, άφησε αντικαταστάτη στο θρόνο τον αδελφό του, Κωνσταντίνο.
Η βυζαντινή αποστολή που αποτελούνταν από 30 επισκόπους και κάποιους λαϊκούς έφτασε στις αρχές Μαρτίου του 1438 στη Φεράρα. Έτσι, στις 9 Απριλίου η σύνοδος άρχισε τις εργασίες της, που διήρκεσαν όλο το χρόνο. Στους εκπροσώπους της Ανατολικής Εκκλησίας συμπεριλαμβάνονταν σημαντικές προσωπικότητες, όπως ο επίσκοπος Εφέσου Μάρκος Ευγενικός, ο Γεώργιος Πλήθων Γεμιστός, ο Γεώργιος (αργότερα πατριάρχης Γεννάδιος) Σχολάριος, ο επίσκοπος Νίκαιας Βησσαρίων και ο επίσκοπος Κιέβου Ισίδωρος, καθώς και οι πατριάρχες Αντιοχείας, Αλεξανδρείας και Ιεροσολύμων. Το 1439 η σύνοδος λόγω οικονομικών δυσχερειών και μιας επιδημίας που ξέσπασε στη Φεράρα μετατέθηκε στη Φλωρεντία. Εκεί, υπογράφτηκε τελικά η Ένωση των Εκκλησιών και τα σχετικά κείμενα διαβάστηκαν στον καθεδρικό της πόλης στα λατινικά από τον καρδινάλιο Cesarini και στα ελληνικά από τον αρχιεπίσκοπο Νίκαιας Βησσαρίωνα.

Η σύνοδος της Φλωρεντίας ίσως να έδινε άλλη τροπή
στο θέμα της επανένωσης των Εκκλησιών (1439)

Αν και υπεγράφη η Ένωση, καθώς η θρησκευτική ηγεσία της Κωνσταντινούπολης κι ο αυτοκράτορας Ιωάννης, πιεζόμενοι απελπιστικά από τους Τούρκους, αποφάσισαν να υποχωρήσουν στις απαιτήσεις των Καθολικών όχι μόνο στο filioque, αλλά και στα πρωτεία του πάπα και τ’ άλλα θεολογικά ζητήματα, ποτέ δεν έγινε πράξη. Οι αποφάσεις του συμβουλίου της Φεράρας – Φλωρεντίας  ήταν ουσιαστικά οι θέσεις της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας, που ήθελε να ασκήσει πολιτική εξουσία στην Ανατολή εις βάρος τόσο του Βυζαντίου, όσο και των Τούρκων.
 Έτσι, ο λαός και ο ευρύτερος κλήρος της Κωνσταντινούπολης δεν αποδέχτηκαν ποτέ τη συμφωνία, παρά την επίσημη υιοθέτησή της από τον Αυτοκράτορα και ξέσπασαν έριδες στους κόλπους του ετοιμόρροπου Βυζαντινού κράτους, παρά τον ελλοχεύοντα τουρκικό κίνδυνο. Επιπλέον, δεν απεκόμισε άμεσα πολιτικά οφέλη στους Βυζαντινούς, καθώς δε στάλθηκε ποτέ σε αυτούς στρατιωτική βοήθεια.
Το μόνο που έκανε ο πάπας ήταν να καλέσει τη χριστιανική Δύση, κυρίως μετά τις νίκες του ηγέτη της Τρανσυλβανίας Ιωάννη Ουνιάδη εναντίον των Τούρκων στη Σερβία και τη Βλαχία, σε σταυροφορία εναντίον του Ισλάμ, στην οποία τέθηκε επικεφαλής ο βασιλιάς της Ουγγαρίας Βλαδισλάβος μαζί με τον Ουνιάδη. Οι παπικές προσπάθειες, όμως, κατά των Τούρκων απέβησαν, μετά την ήττα των Σταυροφόρων στη Βάρνα (1444), παταγωδώς αποτυχημένες και οι Οθωμανοί κυριαρχούν πια στη Βαλκανική και τους απέμενε μόνο η άλωση της Πόλης!
Στα μέσα, λοιπόν, του 15ου αιώνα με τον τουρκικό κίνδυνο εντονότερο παρά ποτέ και τις πάντοτε οξυμένες έριδες μεταξύ ενωτικών και ανθενωτικών εις βάρος της ενότητας της πάλαι ποτέ κραταιάς αυτοκρατορίας, μετακλήθηκε από το δεσποτάτο του Μιστρά ο Κωνσταντίνος 11ος ο Παλαιολόγος ή Δραγάσης (1449 – 1453), που ανέλαβε την τελευταία απεγνωσμένη προσπάθεια διάσωσης του γοήτρου και των απειροελάχιστων πια εδαφών της Βασιλεύουσας δίχως να ελπίζει σε ουσιαστική βοήθεια από τον Πάπα ή από νέα αντιτουρκική σταυροφορία. Ο Κωνσταντίνος ήλπιζε ότι έπειθε κλήρο και λαό για την αναγκαιότητα της Ένωσης των Εκκλησιών και ότι έτσι θα κατόρθωνε να φανεί συνεπής προς τις υποχρεώσεις που είχε αναλάβει ο εκλιπών αδελφός του απέναντι στον πάπα της Ρώμης. H κληρονομιά του συλλείτουργου, που είχε αναλάβει ο Ιωάννης ο 8ος και χρειαζόταν βάσει των συμφωνιών του 1438 – 1439 για να ολοκληρωθεί η άρση του εκκλησιαστικού σχίσματος, τον βάραινε.
Ενώ οι Οθωμανοί του Μωάμεθ του 2ου έβαλαν στο στόχαστρο την Κωνσταντινούπολη,  στις 12 Δεκεμβρίου του 1452 ο Κωνσταντίνος ο Παλαιολόγος, για να δείξει ότι θέλει να προσεγγίσει και εκκλησιαστικά και πολιτικά τη Δύση και τον Πάπα, οργάνωσε το περίφημο συλλείτουργο στην Αγία Σοφία, όπου μνημονεύτηκαν ο πάπας Νικόλαος ο 5ος και ο απών πατριάρχης Γρηγόριος ο 3ος ο Μάμας , ενώ αναγνώστηκαν οι όροι της συμφωνίας της Φλωρεντίας. Απεσταλμένος του πάπα στην τελετή ήταν ο Καρδινάλιος Ισίδωρος από το Κίεβο με 200 στρατιώτες από τη Νεάπολη. H ένωση των δύο Εκκλησιών είχε τυπικά επιτευχθεί, το σχίσμα είχε αρθεί, αλλά η Δύση κώφευε στις βυζαντινές εκκλήσεις για περισσότερη βοήθεια!
Καθώς η αυτοκρατορία είχε εξαντληθεί τελείως πια, η Κωνσταντινούπολη έπεσε σύντομα στα χέρια των Τούρκων (29 Μαΐου 1453), αφού η μόνη δυτικοευρωπαϊκή βοήθεια ήταν ασήμαντη: Η από το Γενάρη του 1453 ολιγάριθμη παρουσία Γενουατών, που έφτανε στους 700 στρατιώτες υπό τον Ι. Ιουστινιάνη, κοντά στο βυζαντινό αυτοκράτορα δεν παρείχε καμιά ουσιαστική βοήθεια στους πολιορκούμενους. Αυτό ήταν και το τέλος του Βυζαντίου και της πολυκύμαντης ιστορίας των σχέσεών του με τον Πάπα και τη Δύση. 

Βιβλιογραφία

Ενδεικτικά εγχειρίδια βυζαντινής ιστοριογραφίας, από τα οποία ελήφθησαν στοιχεία για το παρόν ιστορικό μας σημείωμα, είναι τα εξής:

  1. Ακροπολίτης Γεώργιος, «Χρονική Συγγραφή», εκδ. Ζήτρος, Θεσσαλονίκη 2004, μετάφραση Σπ. Σπυρόπουλος.
  2. Παπαρρηγόπουλος Κ., «Ιστορία Ελληνικού Έθνους».
  3. Nicol, D., «Aπό την άλωση ως την ανάκτηση της Κωνσταντινουπόλεως (1204-1261)», Iστορία του Eλληνικού Έθνους, Θ', Aθήνα 1979, 76-106.
  4. Ostrogorsky, G., Ιστορία του βυζαντινού κράτους, μετάφραση I.Παναγοπούλου, 3, Αθήνα 19935.
  5. Καίσαρης Φ., «Γενική Ιστορία», Αθήνα, χ.χ..
  6. Βασίλιεφ Α., «Ιστορία Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, 324 – 1453»
  7. Γιαννακόπουλος, Κ., Ο αυτοκράτωρ Μιχαήλ Παλαιολόγος και η Δύσις (1258-1282), μετάφραση Κ. Πολίτη, Αθήνα 1969.
  8. Γλύκατζη – Αρβελέρ Ελ., «Η πολιτική ιδεολογία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας», Εκδ. Ψυχογιός, Αθήνα, 2000 6.
  9. Κορδάτος Γ. «Ακμή και Παρακμή του Βυζαντίου», εκδ Μπουκουμάνη, Αθήνα 1974.

Πέμπτη 15 Φεβρουαρίου 2018


Β.4. Ορθοδοξία vs Ρωμαιοκαθολικοί, Βυζάντιο vs Δύση (μέρος ΙV)!

Στο σημερινό μας άρθρο, θα προσπαθήσουμε, ως συνέχεια των προηγουμένων σημειωμάτων μας για τις σχέσεις των δύο χριστιανικών Εκκλησιών (Κωνσταντινούπολη, πατριάρχης και Ορθοδοξία – Ρώμη, πάπας  και Καθολικισμός) από τον 4ο έως το ξεκίνημα του 13ο αιώνα μ.Χ., να ιδούμε με λίγα λόγια τις σχέσεις Ανατολικής Ορθόδοξης – Δυτικής Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας και να «φωτίσουμε» και την εκκλησιαστική πολιτική των Λασκαριδών Βυζαντινών αυτοκρατόρων της Νίκαιας, κατά την περίοδο της Φραγκοκρατίας, από το 1204 έως το 1258.

Φραγκοκρατία και Ορθοδοξία
Υπενθυμίζουμε ότι, τον Απρίλη του 1204, λίγο μετά τη μέσα σε λεηλασίες και βιαιοπραγίες άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Σταυροφόρους, ενώ τα βυζαντινά εδάφη διαμοιράζονταν μεταξύ των νικητών, σχηματίστηκε από τους Δυτικούς, στην Πόλη, η αυτοκρατορία της Ρωμανίας, όπου αυτοκράτορας εκλέχτηκε ο Βαλδουίνος της Φλάνδρας και Λατίνος πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως ο Βενετός Θωμάς Μοροζίνης. Ως γνωστόν, επικεφαλής της Δ’ Σταυροφορίας ήσαν ο δόγης της Βενετίας Ερρίκος Δάνδολος, ο μαρκήσιος Βονιφάτιος ο Μομφερατικός και ο πάπας της Ρώμης Ιννοκέντιος Γ΄.
Η Φραγκοκρατία έδωσε τη «χαριστική βολή», νομίζω, στις ήδη τεταμένες, λόγω του σχίσματος του 1054 μ.Χ., σχέσεις μεταξύ Βυζαντινών και Φράγκων, όπως επονομάζονταν γενικά όλοι οι δυτικοευρωπαϊκοί λαοί. Οι κάτοικοι του ελλαδικού  χώρου βίωσαν, σε όλη την πάλαι ποτέ αυτοκρατορία, τις προθέσεις των Δυτικών Σταυροφόρων και του Πάπα, που εστιάζονταν στην ολοκληρωτική εκρίζωση του ρωμαίικου πολιτισμού και της ελληνικής γλώσσας και στην υποδούλωση του ελληνισμού στο Βατικανό.
Ο γνωστός Βυζαντινολόγος Στ. Ράνσιμαν (βλ. «Η Ελλάδα και η Δ’ Σταυροφορία», http://www.myriobiblos.gr/texts/greek/runciman_byzantium.html), μεταξύ άλλων, επισημαίνει: «[…] Ένα πιο σοβαρό αποτέλεσμα της Δ' Σταυροφορίας ήταν ότι θεωρήθηκε ιερό καθήκον των Δυτικών να κρατήσουν την Ανατολική Εκκλησία υπό τον έλεγχο της Ρώμης και να πολεμούν, επομένως, εναντίον των σχισματικών Ελλήνων. Έτσι, αντί να πολεμούν στην Παλαιστίνη, διάφοροι φιλόδοξοι ιππότες μπορούσαν να πολεμούν σε πολύ πιο ευχάριστο περιβάλλον, στην Ελλάδα, εγκαθιστώντας εκεί ηγεμονίες. Και το πιο τρανό παράδειγμα της περίπτωσης αυτής είναι του Γοδεφρείδου Βιλλαρδουίνου, που εγκαταστάθηκε στην Πελοπόννησο και έγινε Πρίγκιπας της Αχαΐας.
Εξακολουθούσαν βέβαια να υπάρχουν Σταυροφόροι παλαιού τύπου, αλλά οι προσπάθειες των Δυτικών συγκεντρώθηκαν στη Λατινική Αυτοκρατορία της Ρωμανίας και στις ηγεμονίες που ιδρύθηκαν στην Ελλάδα, που την ίδρυσή τους οι Πάπες ενθάρρυναν, πράγμα που έκανε πολλούς ευσεβείς καθολικούς να αντιμετωπίζουν την κατάσταση με πολύ σκεπτικισμό. Όταν, δε, οι Πάπες έφτασαν στο σημείο να κηρύσσουν τον ιερό πόλεμο εναντίον των πολιτικών τους αντιπάλων, τότε και η ιδέα της υψίστης παγκόσμιας παπικής εξουσίας και το κίνημα των Σταυροφοριών παρήκμασαν[…]».
Ο πάπας Ρώμης, Ιννοκέντιος ο Δ',
πρωτοστάτησε στη σύνοδο της Λυών (1245)

Τα χρόνια που εξετάζουμε στο τωρινό άρθρο (1204 – 1258), αρχίζει να εμφανίζεται και η Ουνία, που αποτελεί, κατά τη γνώμη μου, «νάρκη» στις σχέσεις, στα κατοπινά χρόνια, Ανατολής και Δύσεως. Κάθε Ουνίτης έχει ως σκοπό του να προσηλυτίσει Ορθόδοξους στις δοξασίες του Παπισμού. Η αρχή της Ουνίας βρίσκεται στην αναγνωρισμένη μόνον από τη Δύση Σύνοδο του Λατερανού το 1215 και στη Βούλα του πάπα Ιννοκεντίου Δ'.  Η Σύνοδος του Λατερανού θεωρείται η σημαντικότερη των μεσαιωνικών Συνόδων για τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία. Εξέδωσε ομολογία πίστεως ενάντια στους Αλβιγιανούς, καθιέρωσε τον όρο «μετουσίωση» για τη μεταβολή της Θείας Ευχαριστίας, καταδίκασε τα λάθη στην τριαδολογία του ηγουμένου Ιωακείμ και εξέδωσε 70 μεταρρυθμιστικούς κανόνες (βλ. www.newadvent.org/cathen/09018a.htm).
Τριάντα χρόνια αργότερα (1245),  είχαμε νέα Σύνοδο στη Λυών της Γαλλίας (βλ. www.newadvent.org/cathen/09476b.htm). Πρωτεργάτης της ήταν ο Πάπας Ιννοκέντιος ο Δ΄, ενώ συμμετείχαν περίπου 140 επίσκοποι. Αναθεμάτισε τον Αυτοκράτορα της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας του Γερμανικού Έθνους, Φρειδερίκο Β΄, επειδή ήθελε να θέσει υπό «κηδεμονία» τον Πάπα. Η ίδια Σύνοδος, όμως, ξεκίνησε και την 6η Σταυροφορία, υπό το βασιλιά της Γαλλίας Λουδοβίκο Θ΄ .
Επικεφαλής της 6ης σταυροφορίας (μέσα 13ου αι. μ.Χ.)
ο βασιλιάς της Γαλλίας, Λουδοβίκος ο Θ'

Ενδιάμεσα, από τα πρώτα χρόνια της Φραγκοκρατίας, «Οι Βενετοί απομάκρυναν τους Ορθόδοξους αρχιερείς της νήσου, ονόμασαν την Εκκλησία Κρήτης Αρχιεπισκοπή, κατά τα λατινικά πρότυπα, και εγκατέστησαν Λατίνο αρχιεπίσκοπο και Λατίνους επισκόπους, σε μία φανερή προσπάθεια να εκλατινίσουν τον ορθόδοξο κρητικό λαό, ο οποίος εντούτοις παρέμενε φανατικά προσηλωμένος στο δόγμα των πατέρων του», σημειώνει ο πανεπιστημιακός καθηγητής, κ. Θ. Δετοράκης για την Ιστορία της Εκκλησίας της Κρήτης ( βλ. http://www.iak.gr/ekklisia_kritis_istoria.html#Η_ΕΚΚΛΗΣΙΑ_ΤΗΣ_ΚΡΗΤΗΣ_) την εν λόγω περίοδο, αλλά το ίδιο συμβαίνει σε όλο σχεδόν τον Ελλαδικό χώρο, με την εκδίωξη των ορθοδόξων κληρικών και περιορισμό του ελληνικού στοιχείου .

Στη Νίκαια
Σ’ ό,τι αφορά τα διάφορα κρατίδια που τεμαχίστηκε το Βυζάντιο μετά την επέλαση των Σταυροφόρων, θα σταθούμε περισσότερο στην αυτοκρατορία της Νίκαιας. Έτσι, επί αυτοκράτορα Θεοδώρου του 1ου του Λάσκαρη (1204 – 1222), είχαμε αποκατάσταση της εκκλησιαστικής ιεραρχίας της Ορθόδοξης Ανατολής στη Νίκαια, γιατί χρειαζόταν να δείξει και στον περιορισμένο ελληνορθόδοξο πληθυσμό του νέου κράτους ο αυτοκράτορας ότι συνεχίζει τις παραδόσεις της προ του 1204 Κωνσταντινούπολης και ότι έχει και τη στήριξη του ορθόδοξου ιερατείου στο καινούριο, μέσα σε χαλεπούς καιρούς, ξεκίνημα του κράτους, το οποίο βρίσκονταν σε ιδεολογική και πολιτική έχθρα με τους Λατίνους, που βρίσκονταν στην Κωνσταντινούπολη με τις παπικές ευλογίες.
Την επόμενη τριακονταετία (έως το 1254) επί του διαδόχου του στο θρόνο, του Ιωάννη του 3ου, του Βατάτζη, όταν ο νέος αυτοκράτορας μετέφερε την έδρα της αυτοκρατορίας στο Νυμφαίο, στη Νίκαια παρέμεινε μόνον η έδρα του οικουμενικού πατριαρχικού θρόνου. Συνεχίζοντας την πολιτική και το έργο του Θεοδώρου, ο Ιωάννης επιδόθηκε στην ανοικοδόμηση ναών και μοναστηριών όπως η μονή Σωσάνδρων στη Μαγνησία και η μονή Λεμβιώτισσας στην περιοχή της Σμύρνης, ενώ προέβη και σε δωρεές προς τα μοναστήρια και την Εκκλησία της Νίκαιας.

Παραλίγο… Ένωση
Ο τελευταίος αυτοκράτορας από τη γενιά των Λασκαριδών υπήρξε ο Θεόδωρος ο 2ος, ενώ για τον ανατροπέα του από το θρόνο και αρχηγέτη της Δυναστείας των Παλαιολόγων θα αφιερωθεί, όπως και στη γενιά του και στις σχέσεις των Παλαιολόγων με τη Δύση (13ος – 14ος και 15ος αι.), ξεχωριστό, προσεχές σημείωμα. Ο Θεόδωρος ο 2ος βρέθηκε, λοιπόν, στο θρόνο της αυτοκρατορίας της Νίκαιας από το 1254 έως το 1258.  Στις σχέσεις του με την Εκκλησία, εμφανίστηκε αρκετά αυταρχικός. Ανέβασε, το 1254, στον πατριαρχικό θρόνο έναν καλόγερο, τον Αρσένιο Αυτωρειανό.
Τρία χρόνια αργότερα (1257), ο Θεόδωρος, από ιδιοτελή κίνητρα, έπεισε τον Αρσένιο, που ήταν πειθήνιός του και υπέρμαχος της τήρησης των κανόνων της Εκκλησίας, να αναθεματίσει τον ηγεμόνα της Ηπείρου, Μιχαήλ Β'. Γρήγορα, όμως, μετά από κατακραυγή, ο αναθεματισμός ανακλήθηκε.
Σχετικά με την Ένωση των Εκκλησιών, ο Θεόδωρος πίστευε ότι μόνο μια γενική Σύνοδος μπορούσε να αποφασίσει πάνω στα ζητήματα που χώριζαν την Ανατολική και Δυτική Εκκλησία και ότι ήταν αυτοκρατορικό δικαίωμα να αποφασίσει ο ίδιος για θέματα που η Σύνοδος θα αποτύγχανε να λύσει. Προώθησε λοιπόν και ο ίδιος ενωτικές διαπραγματεύσεις με τον πάπα Αλέξανδρο Δ' (1254 – ’61) το 1256, οι πολιτικές συνθήκες δεν ήταν ούτε τότε οι πλέον κατάλληλες για την Ένωση.

Πληροφορίες για το παρόν άρθρο αντλήθηκαν από το δικτυακό τόπο του Ιδρύματος Μείζονος Ελληνισμού: http://www.ime.gr/chronos/10/gr/p/ , αλλά και από διάφορους κατοπινούς ιστοριογράφους για το Βυζάντιο και την εν λόγω εποχή (Λεφτσένκο, Οστρογκόρσκι, Βασίλιεφ, Κορδάτος, Παπαρρηγόπουλος, Βακαλόπουλος, Αρβελέρ, Ράνσιμαν, Α. Σαββίδης, κ.α.). 

Τετάρτη 14 Φεβρουαρίου 2018

Β.3. Ορθοδοξία vs Ρωμαιοκαθολικοί, Βυζάντιο vs Δύση (μέρος ΙII)!

Σε προηγούμενα σημειώματα, είχαμε εξετάσει την πορεία των πολιτικών και θρησκευτικών σχέσεων μεταξύ Ορθοδόξου Ανατολής (Βυζαντίου) και Ρωμαιοκαθολικής – Παπικής Δύσεως από την ίδρυση της Κωνσταντινούπολης (4ος αιώνας μ.Χ., παντοδυναμία Κωνσταντίνου του Μεγάλου) έως το σχίσμα του 1054 μ.Χ., στην αρχή της παρακμής για την άλλοτε «χρυσή» για το Βυζάντιο εποχή της Μακεδονικής Δυναστείας.
Στο σημερινό, επομένως, σημείωμα, για το οποίο – όπως και για τα πρόσφατα σχετικά κείμενά μας– χρησιμοποιήθηκαν έγκριτες ιστορικές πηγές (βλ. «Ιστορία Ελληνικού Έθνους» της Εκδοτικής Αθηνών, «Ιστορία Ελληνικού Έθνους» του Κ. Παπαρρηγόπουλου, «Ακμή και Παρακμή του Βυζαντίου» και  «Μεγάλη Ιστορία της Ελλάδας» του Γ. Κορδάτου, «Βυζαντινός Πολιτισμός» του Στ. Ράνσιμαν, «Ιστορία του Βυζαντινού Κράτους» του Γκ. Οστρογκόρσκι, «Το Βυζαντινό Κράτος» του Γ. Καραγιαννόπουλου κ.α.), θα ασχοληθούμε με την περίοδο από το β’ ήμισυ του 11ου αιώνα έως το 1204, που έχουμε την Άλωση της Πόλης από τους Χριστιανούς Σταυροφόρους, που εκστρατεύουν, τάχα, στην Ανατολή για να τη λευτερώσουν από τους Μουσουλμάνους, μα εποφθαλμιώντας τα βυζαντινά εδάφη και την Πόλη, υπό τις ευλογίες του… Πάπα!
 1204, 13 Απριλίου. Οι Δυτικοευρωπαίοι Σταυροφόροι, λοιπόν, με επικεφαλής τον Ερρίκο Δάνδολο, δόγη της Βενετίας, το Βονιφάτιο το Μομφερατικό της Ιταλίας, το Βαλδουίνο της Φλάνδρας και τον Βιλλεαρδουΐνο της Γαλλίας, έρχονται, 150 χρόνια μόλις μετά το σχίσμα Ανατολής – Δύσης του 1054 μ.Χ. επί πατριάρχη Κωνσταντινούπολης Μιχαήλ Κηρουλαρίου και πάπα Ρώμης Λέοντος του 9ου, στην πρωτεύουσα του Βυζαντινού κράτους, την Κωνσταντινούπολη, την κυριεύουν και νικητές διαμοιράζουν την άλλοτε κραταιά αυτοκρατορία του Ανατολικού Ρωμαϊκού Κράτους.
Είχαν δε η πτώση της Κωνσταντινούπολης και η επακόλουθη κατάλυση του Βυζαντινού κράτους σημαντικές συνέπειες για τον Ελληνισμό και το Βυζάντιο, που δεν σταματούν το 1261 με την ανάκτηση από τους Παλαιολόγους περιορισμένων σ’ έκταση και δύναμη εδαφών του άλλοτε αχανούς και δυνατού Βυζαντίου, αλλά συνεχίζονται μέχρι και σήμερα και τις οποίες δεν πρέπει κανείς να παραγνωρίζει, γιατί - όπως σημειώνει και ο Γ. Καραγιαννόπουλος (δες «Το Βυζαντινό Κράτος», τόμος Β', εκδόσεις Ερμής, Αθήνα, 1985, σελ. 149) - επηρέασαν βαθύτατα και πολύπλευρα τις πολιτικές εξελίξεις στα Βαλκάνια και στον ελλαδικό χώρο τα αμέσως μετά το 1204 χρόνια.
Η άλωση της Πόλης από τους Σταυροφόρους, Απρίλης 1204

Οι 3 πρώτες Σταυροφορίες
Ενώ από τα τέλη του 11ου  αιώνα οι Κομνηνοί, που βρίσκονται στο βυζαντινό θρόνο, αγωνίζονται να ανορθώσουν το κράτος κοινωνικά και πολιτικά, στη Δύση η παντοδύναμη ρωμαιοκαθολική Εκκλησία (βλ. «Ιστορία του Ελληνικού Έθνους», Ι. Ε. Ε., της Εκδοτικής Αθηνών, τόμος Θ, σελ. 15 - 48) προσπαθεί με τις Σταυροφορίες (από το 1095) προς την Ανατολή να δώσει διέξοδο στη διάθεση αλλαγής από τα τετριμμένα.
Δεν είναι αμελητέο ότι, μετά την εμπορική εξάπλωση της Βενετίας, της Γένοβας, της Πίζας και άλλων ιταλικών πόλεων προς την Ανατολική Μεσόγειο, «το 1182 η προνομιακή μεταχείριση των Ιταλών εμπόρων, με τις οδυνηρές επιπτώσεις για τους Βυζαντινούς, οδήγησε το λαό σε βιαιοπραγίες κατά των ξένων συνοικιών στην Πόλη, αλλά τα προνόμια άρχισαν να ανανεώνονται[…]» (βλ. Γ. Πλουμίδης, «Η Βενετοκρατία στην Ελληνική Μεσόγειο (πανεπιστημιακές παραδόσεις)», Ιωάννινα 1990, σελ. 10).
Σε τέτοιο «κλίμα», αν η 1η Σταυροφορία (1096 - 1099) , η οποία - κατά την Ι. Ε. Ε. (σελ. 15, Τόμος Θ ) - «είναι γεγονός καίριας σημασίας στην ιστορία της Δυτικής Ευρώπης αλλά και της Εγγύς Ανατολής, εφόσον με αυτή αρχίζει η πολιτική και οικονομική επέκταση της Δύσεως στον χώρο της ανατολικής Μεσογείου…», πέτυχε να ελευθερώσει τους Άγιους Τόπους και να διώξει από εκεί τους Μουσουλμάνους, οι δύο επόμενες περιελάμβαναν, κυρίως, στρατιωτικές επιχειρήσεις δίχως ουσιαστικό αποτέλεσμα.
Να σημειωθεί ιδιαίτερα πως – κατά την άποψή μου – οι ιταλικές πόλεις και ξέχωρα η Γένοβα,   μα πιο πολύ η Βενετία, προσδοκώντας τα μέγιστα οικονομικά οφέλη, επιθυμούσαν την άρση του σχίσματος του 1054 μεταξύ των Εκκλησιών και γι’ αυτό τίθενται επικεφαλής των Σταυροφοριών, που, χάρη στην Παπική «ευλογία», έμοιαζαν προσπάθειες (εκκλησιαστικής κυρίως) «επανασυγκόλλησης» Ανατολής – Δύσης, πριχού εισχωρήσουν τα πολιτικά συμφέροντα! Δυστυχώς, η 2η Σταυροφορία (μετά το 1144) «ενώ από πολιτική άποψη είχε μηδαμινά αποτελέσματα, στον ιδεολογικό τομέα είχε σοβαρές και αρνητικές επιπτώσεις» (βλ. Ι. Ε. Ε., όπου παραπάνω, σελ. 29), την ώρα που η 3η (1188 - 1192), με το πέρας της, όπως διαβάζουμε στη σελ. 35 του τόμου Θ της Ι. Ε. Ε., «κατέληξε σε αποτυχία για τη Δύση, αλλά και για την ανατολική αυτοκρατορία υπήρξε πραγματικά καταστρεπτική. Ανέκοψε τις προσπάθειες του Ισαακίου Β' για διευθέτηση των πραγμάτων στα βόρεια και ανατολικά σύνορα και έγινε αιτία να αποσπασθεί για πάντα η Κύπρος από την αυτοκρατορία[…]».
Η 4η Σταυροφορία
Το 1202 ξεκινά η 4η Σταυροφορία, με αρχικό σκοπό να χτυπηθεί η Αίγυπτος και να απελευθερωθεί η Παλαιστίνη. Στο Βυζάντιο, ο Αλέξιος ο 3ος (της δυναστείας των Αγγέλων) έχει εκθρονίσει, από το 1195, τον αδελφό του, Ισαάκιο. Ο γιος του τελευταίου, Αλέξιος, πηγαίνει στη Δύση και υπόσχεται στον μεν πάπα, Ιννοκέντιο 3ο επανεξέταση του θέματος της Ένωσης των Εκκλησιών με άλλα λόγια την υποταγή της Ανατολικής Εκκλησίας στους Ρωμαιοκαθολικούς, στους δε Σταυροφόρους ηγέτες υψηλότατες αμοιβές και άφθονα δώρα, αρκεί να ξαναπάρει το θρόνο που του ανήκε. Να σημειώσουμε ότι με επιγαμία οι ευρωπαϊκές Αυλές συνδεόντουσαν με το Βυζάντιο, καθώς ο Βονιφάτιος ο Μομφερατικός και ο «προστάτης» του, Φίλιππος της Σουηβίας είχαν νυμφευτεί Βυζαντινές αρχόντισσες και μάλιστα ο Βονιφάτιος είχε πάρει την κόρη του Ισαακίου και αδελφή του Αλεξίου.
Οι δελεασμένοι από τις υποσχέσεις, οι οποίες ήταν απόλυτα βέβαιο πως θα οδηγούσαν σε ζημία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, Σταυροφόροι βοηθούν τον επιπόλαιο και αρχομανή Αλέξιο, που γίνεται αυτοκράτορας ως Αλέξιος ο 4ος, αλλά δεν μπορεί να ξεπληρώσει τις υποσχέσεις του. Έτσι, ο βενετσιάνικος στόλος - προκειμένου να λάβει πάση θυσία ό,τι του έχουν υποσχεθεί - καταφθάνει στην Κωνσταντινούπολη τον Ιούνιο του 1203.
Τον Ιανουάριο του 1204 (βλ. Ι.Ε.Ε., τόμος Θ, σελ. 39 - 40), αφού οι Σταυροφόροι, ιδίως οι Βενετσιάνοι, που ήθελαν, με μπροστάρη τον Ερρίκο Δάνδολο, να υπερτερήσουν έναντι των Γενουατών, είδαν πως δεν πρόκειται να τηρήσει όσα τους έταξε ο Αλέξιος ο 4ος, ο οποίος επιβάλλει βαριά αντιλαϊκή φορολογία μήπως και «εξοφλήσει» τους Σταυροφόρους, προξένησαν σημαντικές ζημιές σε κτίρια της Βασιλεύουσας.
Τότε, ξεσπάει αντιδυτική επανάσταση με επικεφαλής τον Αλέξιο Μούρτζουφλο (βλ. Μ. Λεφτσένκο, «Ιστορία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας» Εκδόσεις Αναγνωστίδη, Αθήνα χ.χ., μετάφραση Γ. Ν. Βιστάκη, σελ. 316 - και εξής) , που εκθρονίζει και σκοτώνει τον Αλέξιο τον 4ο και το λαοπρόβλητο προσωρινό αυτοκράτορα Νικόλαο Καναβό. Με αφορμή την ανάρρηση του Μούρτζουφλου στο θρόνο (28/1 - 8/2/1204), οι Σταυροφόροι αποφασίζουν να καταλάβουν την Κωνσταντινούπολη και το πετυχαίνουν στις 13 Απριλίου 1204, ύστερα από δίμηνη σχεδόν πολιορκία.
1204 και λεηλασίες
Ο Μούρτζουφλος δραπετεύει στη Θράκη και αρχίζει η Φραγκοκρατία στην Ελλάδα. Ο Βαλδουίνος της Φλάνδρας, παρά την πρωτοκαθεδρία του Βονιφατίου, εξελέγη αυτοκράτορας της Λατινικής Αυτοκρατορίας της Κωνσταντινούπολης και ο Βενετσιάνος Θωμάς Μοροζίνι εξελέγη πατριάρχης. Μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Σταυροφόρους και την κατοχή της ως το 1261 (26/7), καταστράφηκε το βυζαντινό κράτος.

Σε γενικές γραμμές, μπορούμε να πούμε πως ύστερα απ’ το 1204 δημιουργήθηκαν πολλά φραγκικά κράτη ( ξεχωρίζουν η λατινική αυτοκρατορία Κωνσταντινούπολης και το βασίλειο της Θεσσαλονίκης), δημιουργούνται νέες εστίες για τον ελληνισμό (Νίκαια, Ήπειρος και Τραπεζούντα) και μεταφέρθηκαν στη Δύση ή καταστράφηκαν ανηλεώς πολύτιμα κειμήλια, έργα τέχνης, χειρόγραφα και βεβηλώθηκαν ορθόδοξοι ναοί. 

Τρίτη 13 Φεβρουαρίου 2018

Β.2. Ορθοδοξία vs Ρωμαιοκαθολικοί, Βυζάντιο vs Δύση (μέρος ΙI)!

Τέλη του 7ου και αρχές του 8ου αι. μ.Χ. μέσα σε μιαν ταραγμένη τριακονταετία, ο  Βυζαντινός αυτοκράτορας Ιουστινιανός ο Β' ο αποκληθείς και Ρινότμητος (κυβέρνησε 685 – 695, 705 – 711) κόβει νόμισμα στο οποίο είναι ξεκάθαρη η ιδεολογία του, η οποία δείχνει τη νοοτροπία της πολιτικής εξουσίας της Ανατολής, που ίσως «ενόχλησε» τον Πάπα της Ρώμης και τη Δύση!  Ο Χριστός είναι Rex Regnantium, ο Βασιλεύς των Βασιλέων δηλαδή Εκείνος ο οποίος καθορίζει την επουράνιο και επίγειο αρχή ορίζων τον αυτοκράτορα Servus Christi, τοποτηρητή επί της Γης. 
Έπονται τα χρόνια των Ισαύρων, που αρχής γενομένης από τον αρχηγέτη της Δυναστείας κιόλας, το Λέοντα το Γ’ (717 – 741 μ.Χ.), η Ανατολή ζει τη «λαίλαπα» της Εικονομαχίας, κάτι που συνεπάγεται, κατά τους ιστορικούς, και σχισματική κατάσταση μεταξύ Δύσεως και Ανατολής.
Ο Ιουστινιανός ο Ρινότμητος, δις αυτοκράτορας του Βυζαντίου
 Το τέλος του 8ου αιώνα βρίσκει τη Δυτική Ευρώπη χωρισμένη σε διάφορα φραγκικά βασίλεια με λιγότερη ή περισσότερη επιρροή του Πάπα της Ρώμης.  Στο ξεκίνημα, όμως, του 9ου, έχουμε τη με πολυποίκιλες προεκτάσεις στέψη στη Ρώμη του Φράγκου βασιλιά Καρλομάγνου ως Αυτοκράτορα τα Χριστούγεννα του 800 μ.Χ. από τον ίδιο τον Πάπα της Ρώμης, Λέοντα το Γ’, αν και  πολλά από τα δυτικοευρωπαϊκά και πιστά στον Πάπα κρατίδια παραδέχονταν και αναγνώριζαν τους αυτοκράτορες της Κωνσταντινούπολης ως τους νόμιμους Ρωμαίους αυτοκράτορες μέχρι που η Ειρήνη εκθρόνισε το γιο της το 797, κάτι που σήμαινε μέχρι τότε περιορισμένη πολιτική δύναμη του Καρλομάγνου και μειωμένη θρησκευτική ή άλλους είδους επιρροή της Ρώμης.
Τα σχίσματα του 867 και του 1054
Το 857 μ.Χ., στην Κωνσταντινούπολη, όμως, ο Πατριάρχης Ιγνάτιος έρχεται σε σύγκρουση, για λόγους «ηθικής φύσεως και τάξεως» με το Βάρδα. Για να μη μείνει «χηρεύων» ο πατριαρχικός θρόνος, σε μιαν εποχή που η Παπική Εκκλησία φιλοδοξούσε να εξαπλώσει την «επιρροή» της σε Βαλκανική Ανατολή και Φραγκική Δύση, ο λόγιος της Αυλής Φώτιος, έπειτα από πίεση του Βάρδα και σημαντικών του κράτους παραγόντων, που νόμιζαν ότι θα ήταν του «χεριού τους», εξελέγη για πρώτη φορά Πατριάρχης, ανήμερα των Χριστουγέννων του 858 μ.Χ., χωρίς να είναι κληρικός και χειροτονήθηκε, αφού σε 6 ημέρες πέρασε από όλα τα στάδια της ιεροσύνης (διακόνου, πρεσβυτέρου, επισκόπου)!
Ας γραφεί τωραδά ότι η Ρώμη θεωρούσε ανέκαθεν τον εαυτό της ανώτερο από το Πατριαρχείο της Κωνσταντινούπολης. Ο Φώτιος, όμως, για να δείξει την ανερχόμενη δυναμική του Πατριαρχείου του, υιοθέτησε, στις σφραγίδες, που εξέδωσε τα μέσα του 9ου αιώνα με την ανάρρησή του στο πατριαρχικό αξίωμα, τον τίτλο αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως και Νέας Ρώμης. Ήθελε να δείξει ότι και οι δυο, Πάπας Ρώμης και Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, είχαν τα ίδια δικαιώματα.
Και φτάνουμε έτσι στη σύγκρουση του Φωτίου και του Πάπα Ρώμης Νικολάου Α' (867 μ.Χ.). Η ιεροσύνη υπέρκειτο της πολιτικής εξουσίας, ο Πάπας ήταν η κεφαλή της ιεροσύνης και κατά συνέπεια «κεφαλή της όλης οικουμένης». Έρεισμά του είχε την ψευδοκωνσταντίνειο δωρεά, κατά την οποία ο Μ. Κωνσταντίνος, όταν αναχώρησε από τη Δύση, δήθεν παραχώρησε στον Πάπα τη διοίκηση του Δυτικού Ρωμαϊκού Κράτους, αυτοκρατορική εξουσία, αυτοκρατορικές τιμές, αυτοκρατορικά διάσημα και το Λατερανό ανάκτορο. Ο Πάπας Νικόλαος ασπάστηκε τις κοσμοκρατορικές ιδέες, αφού «ολοκλήρου του κόσμου αυτοκράτορα εαυτόν εποίει». Γι' αυτό όταν βρήκε ευκαιρία αναμείχθηκε στα πράγματα της Ανατολής. Σε σύνοδο στη Ρώμη (863) καθήρεσε τον Πατριάρχη Φώτιο με το αιτιολογικό ότι ανήλθε αντικανονικά στον θρόνο και προέβη σε βιαιότητες. Επενέβη στη Βουλγαρία, χώρο ιεραποστολής και δικαιοδοσίας της Κωνσταντινουπόλεως, και εισήγαγε σ' αυτήν ρωμαϊκά έθιμα. Και ο Φώτιος συνοδικά απάντησε με τον ίδιο τρόπο (867). Καθήρεσε τον Νικόλαο, γιατί εισπήδησε σε ξένη Εκκλησία και εισήγαγε σ' αυτήν ρωμαϊκά εκκλησιαστικά έθιμα. Το πρωτείο εξουσίας του Πάπα Ρώμης ήταν επικίνδυνο όργανο.
Ο Πατριάρχης Κων/πόλεως, Φώτιος, τέλη του 9ου αι. μ.Χ.
                                                    
Η ιστορία θα λάβει, όμως, τη χείριστη τροπή δύο αιώνες αργότερα. Το «φυτίλι» πυροδότησε ένα σοβαρό θεολογικό πρόβλημα. Ο Πάπας Σέργιος Γ' χρησιμοποίησε το Filioque στην ομολογία πίστεώς του, ενώ ο Πάπας Βενέδικτος Η' υπό την πίεση του αυτοκράτορα Ερρίκου Β' παρενέβαλε στο Σύμβολο της πίστεως το Filioque («και εκ του Υιού»). Ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Σέργιος Β' (1000 – 1019), αντιδρώντας και παράλληλα με την πολιτική δύναμη και την πολιτιστική ευημερία των χρόνων της Μακεδονικής Δυναστείας, διέγραψε το όνομα του Πάπα από τα δίπτυχα της Εκκλησίας. Ο Πάπας σε συνεργασία με Φράγκους και Νορμανδούς επεδίωξε την εισαγωγή ρωμαϊκών εκκλησιαστικών εθίμων στις εκκλησιαστικές επαρχίες Απουλίας, Καλαβρίας και Σικελίας, με απώτερο στόχο να τις αποσπάσει και πολιτικά από την Κωνσταντινούπολη. Τα ανατολικά έθιμα απαγορεύθηκαν και καταδικάστηκαν στην Ιταλία. Ο Πατριάρχης Μιχαήλ Κηρουλάριος, με τη σειρά του, απαγόρευσε την τήρηση των λατινικών εθίμων από τους Λατίνους της Πόλης και απείλησε με κλείσιμο ναών και μονών αν δεν συμμορφωθούν (1052).
Ο καρδινάλιος Ουμβέρτος, με εντολή του Πάπα Λέοντος Θ', τότε, όχι μόνο συνέταξε απάντηση προς Κηρουλάριο και τους συν αυτώ καθώς και αναίρεση των κατηγοριών της Ανατολής κατά των λατινικών εθίμων, αλλά και μετέβη με άλλους δύο κληρικούς στην Κωνσταντινούπολη. Σε επιστολές του προς αυτοκράτορα και Πατριάρχη εκτόξευσε κατηγορίες κατά του Μιχαήλ και πρόβαλε το παπικό πρωτείο. Στις 16/07/1054, στην ώρα του Εσπερινού, εισήλθε στον ναό της του Θεού Σοφίας και άφησε πάνω στην Αγία Τράπεζα αναθεματισμό για τον Πατριάρχη και τους οπαδούς του.
Ο Κηρουλάριος, άμεσα (24 Ιουλίου 1054), συνεκάλεσε Ενδημούσα Σύνοδο, όπου αναθεμάτισε το παπικό έγγραφο, όσους το έγραψαν και όσους το δέχονται, και κατάστρεψε τα αντίγραφά του. Αφού και τα υπόλοιπα πατριαρχεία της Ανατολής συμφώνησαν με την Κωνσταντινούπολη, φτάσαμε έτσι έως το οριστικό Σχίσμα μεταξύ των δύο Εκκλησιών, που, πέρα από τους θεολογικούς – δογματικούς λόγους, έκρυβε, κατά τη γνώμη μου, και ανταγωνισμούς για το ποιος θα επηρεάζει τους φορείς της πολιτικής εξουσίας σε (Ορθόδοξη και Ελληνική) Ανατολή και (Ρωμαιοκαθολική) Δύση.