Τετάρτη 22 Φεβρουαρίου 2012

112. Ελλάς, αρχές 20ου αι.



Παρόλη την προσπάθεια των δύο τελευταίων δεκαετιών του 19ου αιώνα και των αρχών του 20ου, η Ελλάδα παραμένει χώρα αγροτική κι η οικονομία της διακρινόταν από έναν έντονο μεταπρατικό χαρακτήρα, όπου κυριαρχούσαν, σε μεγάλο βαθμό, οι προκαπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής. Ο μεταπρατικός χαρακτήρας κι η βραδεία ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας δε συνέβαλαν στη διαμόρφωση σαφών κοινωνικών στρωμάτων, που θα μπορούσαν να προωθήσουν και να εκφράσουν οργανωμένα τα συμφέροντά τους μέσα από την κρατική συγκρότηση όπως έγινε στη δυτική Ευρώπη. Οι Έλληνες γαιοκτήμονες κι οι εγχώριοι μεγαλοαστοί δεν είχαν μεταξύ τους ουσιαστικές διαφορές συμφερόντων, αφού οι χρηματιστικές δραστηριότητες των γαιοκτημόνων χρησίμευαν στη χρηματοδότηση της μεταπρατικής δραστηριότητας των αστών. Εξάλλου, η ελληνική αστική τάξη ποτέ έως τότε δεν είχε τη φιλοδοξία να μεταβληθεί σε βιομηχανική αστική τάξη και να προωθήσει, διεκδικώντας μερίδιο της πολιτικής εξουσίας, εκείνες τις αναγκαίες για την εποχή, τον τόπο και την οικονομία του διαρθρωτικές αλλαγές.
Έτσι, παραμένοντας αδιαμόρφωτη η ελληνική κοινωνία, δεν είχαμε καμία ουσιαστική εξέλιξη και στην πολιτική ζωή, όπου κυριαρχούν τα Ανάκτορα κι η παραδοσιακή ολιγαρχία, η οποία έλκει τις ρίζες της και τη δύναμη από τις παλιές φαναριώτικες οικογένειες ή τους κοτζαμπάσηδες και προσπαθεί - με την ανοχή των αστών- να ισχυροποιήσει τη θέση της στον κρατικό μηχανισμό, τον οποίο επιδιώκει και να ελέγχει μονοπωλιακά.
Τα πολιτικά κόμματα δε δρουν με βάση σαφές ιδεολογικό και πολιτικό πρόγραμμα, αφού οι κοινωνικές τάξεις, των οποίων ζητούν την ψήφο για «εξουσιοδότηση» (εκπροσώπηση) στο για κατάληψη της εξουσίας αγώνα, ήταν αδιαμόρφωτες ακόμη. Τα κόμματα είναι προσωποπαγή και αποβλέπουν στην άντληση προσωπικών οφελών και αναπτύσσουν με το εκλογικό σώμα πελατειακές σχέσεις.
Τα τελευταία χρόνια του 19ου αιώνα και στις αρχές του 20ου αιώνα, από διάφορα αίτια και ποικίλες αφορμές, προξενείται έντονη λαϊκή δυσφορία κι είναι διάχυτη η απογοήτευση για τη γενική πολιτικοοικονομική κατάσταση στην Ελλάδα. Η ελληνική σοσιαλιστική σκέψη αναζωπυρώνεται λίγο πριν το 1909, όταν -μετά το 1893 και την ταπείνωση του έθνους από τη χρεοκοπία επί Χ. Τρικούπη, αλλά και έπειτα από τον ατυχή ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897 επιβλήθηκε στην Ελλάδα ο Διεθνής Οικονομικός Έλεγχος (1898)- ξεσπά η ανερχόμενη αστική τάξη και γενική κατακραυγή  για την ανικανότητα της παλαιοκομματικής ολιγαρχίας και του Θρόνου να κυβερνήσουν την Ελλάδα.
Η δύσκολη ζωή στην ύπαιθρο αναγκάζει μέρος από τον αγροτικό πληθυσμό  είτε να εγκαθίσταται στα αστικά κέντρα γυρεύοντας μια δημοσιοϋπαλληλική θέση αφού η υποτυπώδης βιομηχανία δεν μπορούσε να προσλάβει πολλούς εργάτες, είτε να μεταναστεύσει. Κι ενώ το 1895 μεταναστεύουν από την Ελλάδα 2.075 άτομα  και το 1907 ο αριθμός των μεταναστών φτάνει τους 46.283 ( 44.208 περισσότερα άτομα) , οι πελατειακές σχέσεις κομμάτων - ψηφοφόρων γέμισαν τη διοικητική μηχανή της χώρας με άχρηστους κι αργόμισθους πολύ συχνά δημοσίους υπαλλήλους, «παράσιτα» του κρατικού προϋπολογισμού και όχι μόνο υποβαθμίζουν έτσι την πολιτική συνείδηση των πολιτών, αλλά ναρκοθετούν και κάθε ελπίδα οικονομικής ανάπτυξης, η οποία θα ερχόταν αν οι αργόσχολοι υπάλληλοι απασχολούνταν σε παραγωγικά επαγγέλματα.
Η κριτική  που ασκείται στις οικονομικοπολιτικοκοινωνικές δομές του κράτους είναι δριμεία και αυστηρή. Καθώς  η φορολογική πολιτική του ελληνικού κράτους έπληττε κυρίως  τα μεσαία στρώματα, τους μικροαστούς και τους αγρότες , τους προξενεί σοβαρή δυσαρέσκεια, αφού η σχέση άμεσων - έμμεσων φόρων που βάρυναν τον Έλληνα φορολογούμενο ήταν το διάστημα 1871-1895 η ακόλουθη: 1871, άμεσοι φόροι: 61,76%, των συνολικών φορολογικών εσόδων που ανέρχονται σε 34 εκατ. δραχμές, έμμεση φορολογία: 38,24%/ 1880, 46,51%-53,49% υπέρ των έμμεσων, ενώ η συνολική φορολογία φτάνει τα 43 εκατομμύρια / 1895, υπερτερούν οι έμμεσοι με 63,15% έναντι 36,85% των άμεσων φόρων και το σύνολο των φόρων είναι 95 εκατομμύρια δραχμές . Με τις σταδιακές αλλαγές της περιόδου 1880-1910 αρχίζουν να εμφανίζονται οι μεσοαστικές κοινωνικές τάξεις των εμπόρων και των επαγγελματοβιοτεχνών, οι οποίες δυσφορούσαν με το υπάρχον νομικό και πολιτικό πλαίσιο και ζητούσαν να περιορίσουν την παραδοσιακή ολιγαρχία και τις πολιτικές και οικονομικές δραστηριότητές της.
1902, 23 Αυγούστου. Αθήνα. Πρωθυπουργός από το Νοέμβρη του 1901 είναι ο Αλέξανδρος Ζαΐμης (φωτό), ως  «ναυαγοσώστης» όπως και μετά το 1897 και υπουργός  του επί των Οικονομικών ο Φωκίων Νέγρης, γνωστός μεταλλειολόγος στον ευαίσθητο κοινωνικά χώρο του Λαυρίου και κατοπινά ακαδημαϊκός.
Τα χρόνια που είχαν ακολουθήσει μετά τον ατυχή ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897 έχουν αναλωθεί από τις ελληνικές κυβερνήσεις προς εξεύρεση δημοσιονομικών μεθόδων για ταχτοποίηση των δανείων που συνήφθησαν με χώρες του εξωτερικού κάτω από την «επαχθή» σκιά του Διεθνούς Οικονομικού Ελέγχου (ΔΟΕ). Σύμφωνα με το ΔΟΕ, διεθνής επιτροπή μέχρι την εξόφληση των δανείων θα διαχειρίζεται προς όφελος των μεγάλων δυνάμεων  τις εισπράξεις από χαρτόσημο, καπνά, τσιγαρόχαρτο, αλάτι, σπίρτα, τράπουλες, φωτιστικό πετρέλαιο, αλλά και τα από τις εισαγωγές τελωνειακά τέλη του λιμανιού του Πειραιά. Οι ξένοι έλεγχαν και κατεύθυναν σε γενικές γραμμές την ελληνική οικονομία και εμείς έπρεπε πειθήνια να ακολουθούμε, αφού ήμασταν οι χαμένοι του πολέμου.
Το απόγευμα, όμως, της 23ης Αυγούστου του 1902, συνέβη κάτι που αναστάτωσε το Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών και επηρέασε και την ελληνική οικονομία γενικότερα. Η Τράπεζα Αθηνών είχε σπεύσει να προαγοράσει συνάλλαγμα αξίας, όπως αναφέρεται στα σχετικά δημοσιογραφικά ρεπορτάζ και τις καταγγελίες των αγανακτισμένων πολιτών, μέχρι 10.000.000 δρχ. Η κίνηση αυτή είχε αποτέλεσμα να οδηγήσει στην έλλειψη ρευστού και στην κατακόρυφη αύξηση της τιμής των μετοχών.
Έτσι, εκείνη τη μέρα, μαζεύτηκαν στο Χρηματιστήριο διαμαρτυρόμενοι αρκετοί χρηματιστές που είχαν καταθέσει τις μετοχές τους στην Τράπεζα Αθηνών, έναντι των οποίων είχαν αποσύρει χαρτονομίσματα προς 5-6% και τώρα ήταν παντελώς εκτεθειμένοι και ξεκρέμαστοι.
Η κρίση στην ελληνική οικονομία, που κατά καιρούς παίρνει διάφορες μορφές έξαρσης όπως αυτήν του 1902, δεν πρόκειται να θεραπευθεί από καμία κατοπινή ελληνική κυβέρνηση. Μπορεί ΔΟΕ εδώ και πολλά χρόνια να μην υπάρχει, αλλά πάντοτε κάποιος κρυφός ή φανερός «προστάτης» (ΗΠΑ ή ΕΟΚ- Ευρωπαϊκή Ένωση) ελέγχει αφ’ υψηλού και καθοδηγεί την οικονομία μας, όχι πάντα προς συμφέρον του ελληνικού λαού.
Να σημειωθούν εδώ κάποια ωφέλιμα στοιχεία που αναφέρει στο βιβλίο του ο Κ. Τσουκαλάς, «Εξάρτηση και Αναπαραγωγή, ο κοινωνικός ρόλος των εκπαιδευτικός μηχανισμός στην Ελλάδα (1830 –1922)»: Το 1889 ο αστικός πληθυσμός του ελεύθερου ελληνικού κράτους ήταν το 21% του συνολικού, ο αγροτικός το 70% κι ο ημιαστικός το 9%, ενώ στα 1908 ο αγροτικός υπεχώρησε στο 67%, ο αστικός ανήλθε στο 24% κι ο ημιαστικός έμεινε στο 9%. Το 1876 το σύνολο της αξίας των ελληνικών εξαγωγών σε εκατομμύρια δραχμές ήταν 75,7 (εκ των οποίων τα 37,8 ήταν από εξαγωγές σταφίδας ) και το 1900 έφτασε τις 102,7 εκατομμύρια δραχμές (52,5 από εξαγωγή σταφίδας). Η καλλιέργεια της ελιάς το 1881 ήταν 1.829.000 στρέμματα και το 1909 2.600.000, ενώ τα αμπέλια από 1.350.000 στρέμματα το 1900 (μέγιστος αριθμός) πέφτουν το 1909 στα 1.040.000. Το 1879 στον πρωτογενή τομέα ασχολείται το 56,59% του ενεργού πληθυσμού, στο δευτερογενή 15,37, στο εμπόριο και στην οικονομία το 7,64%, ενώ στα 1907 τα αντίστοιχα νούμερα είναι 50,05%, 24,15% και 10,80%.
Οι προσπάθειες του Χ. Τρικούπη να πατάξει το «πελατειακό σύστημα» απέτυχαν, αφού αντιδράσανε όσοι είχαν συμφέροντα από τη διαιώνισή του. Η εργατική, όμως, τάξη ως το 1910, δεν μπόρεσε να παίξει σημαντικό ρόλο στις κοινωνικές εξελίξεις στην Ελλάδα. Δεν έχει δυνατή, ευρύτερη συνδικαλιστική οργάνωση (στο ίδιο συντεχνιακού χαρακτήρα σωματείο συμμετέχουν εργαζόμενοι - εργοδοσία) και η πολιτική της οργάνωση είναι ανύπαρκτη, χωρίς σαφείς και προσδιορισμένους στόχους, αλλά με διενέξεις μεταξύ των σοσιαλιστών. Το εχθρικό πολιτικό κλίμα για τις σοσιαλιστικές διεκδικήσεις δε βοήθησε να αναπτυχθεί ένα οργανωμένο εργατικό κίνημα, το οποίο θα παρενέβαινε και θα διεκδικούσε επωφελείς για τους εργάτες λύσεις στα εργατικά θέματα. Κι ενώ το εργατικό δυναμικό παρέμενε - λόγω της μη βιομηχανικής ανάπτυξης- ολιγάριθμο, οι εργάτες δεν είχαν ούτε κοινωνικά δικαιώματα, ούτε νομική κατοχύρωση.
Το βιβλίο του Γ. Σκληρού «Το κοινωνικό μας ζήτημα», επιχειρώντας μια από μαρξιστική σκοπιά ερμηνεία της ελληνικής μετά το 1897 κοινωνίας, «γέννησε» έντονες αντιδράσεις και συζητήσεις. Την ίδια εποχή, αρκετοί σοσιαλδημοκράτες διανοούμενοι, έχοντας επικεφαλής τον κατοπινό υπουργό και πρωθυπουργό Αλέξανδρο Παπαναστασίου, ιδρύοντας και την «Κοινωνιολογική Εταιρεία» με διάφορες εκδόσεις και διαλέξεις τους απαιτούν άμεσες κοινωνικοπολιτικές και οικονομικές μεταρρυθμίσεις στο χάραμα του 20ου αιώνα.
Σε ό,τι αφορά την παιδεία, θα ανατρέξουμε πάλι στο έργο του Κ. Τσουκαλά και θα επισημάνουμε τα εξής στοιχεία: Το 1895 έχουμε 158.000 μαθητές δημοτικού στην Ελλάδα (53% επί των παιδιών σχολικής ηλικίας πάνε σχολείο) και το 1908 241.000 (72% των παιδιών), στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση φοιτούν το 5% της αντίστοιχης σχολικής ηλικίας το 1878 και το 7,2% το 1908, το 1878 1 στους 7,6 μαθητές δημοτικού συνεχίζει στη μέση εκπαίδευση και το 1911 1 στους 8,6, το σύνολο των εγγεγραμμένων φοιτητών του πανεπιστημίου Αθηνών ήταν το 1866 1182 και το 1912 έφτασε στους 3.358.
Ύστερα από το πολιτικοστρατιωτικό όνειδος για την Ελλάδα του 1897, οι αξιωματικοί, αλλά κι ολόκληρος ο ελληνικός στρατός δεν μπορούσαν να δεχτούν την παρουσία του Διαδόχου και των λοιπών πριγκίπων  στο στράτευμα, το οποίο η βασιλική οικογένεια φαίνεται πως το θεωρούσε «φέουδό» της, και πίστευαν πως ήταν αρκετά διαλυτική και εθνικά ζημιογόνος.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου