Τρίτη 28 Φεβρουαρίου 2012

115. Ελλάς, Νοέμβρης 1910 - Φλεβάρης 1914


Η 2η Αναθεωρητική βουλή που προέκυψε από τις κάλπες του Νοεμβρίου του 1910 (βλέπε 114ο σημείωμα ΦΥΣΙΚΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ) συνέρχεται στις 8 του Γενάρη του 1911 έχει ως στόχο τη δημιουργία ενός κράτους δικαίου, στα πλαίσια ενός φιλελεύθερου αστικού πολιτεύματος. Προς αυτήν την κατεύθυνση, λίγες εβδομάδες μετά ανέλαβε την επεξεργασία ενός κυβερνητικού προσχεδίου αναθεώρησης του Συντάγματος του 1864 μία 30μελής ειδικά εξουσιοδοτημένη από τη βουλή κοινοβουλευτική επιτροπή, η οποία θάχε πρόεδρο τον πρώην πρωθυπουργό Στ. Δραγούμη, εισηγητή τον Κων/νο Ρακτιβάν και γραμματέα τον Κ. Ζαβιτζιάνο. Η επιτροπή άρχισε τις εργασίες της στις 26/1/1911 και τις ολοκλήρωσε στις 20 του Μάη του ίδιου έτους, ενώ -αφού η τελική επιψήφισή του θα γίνει στις 27 του ίδιου Μάη στη βουλή- το νέο Σύνταγμα δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως στις 1/6/1911 και ισχύει από την άλλη μέρα κιόλας (2 Ιούνη).
Βασικές διατάξεις του (αναθεωρημένου) Συντάγματος θεωρούνται τα ακόλουθα: Ενισχύονται και προστατεύονται καλύτερα τα ατομικά δικαιώματα, η ελευθερία του τύπου, αλλά κι η ιδιοκτησία. Για πρώτη φορά στην Ελλάδα θεσπίζεται - προκειμένου να εκλείψει το «πελατειακό σύστημα»  των πολιτευτών για άγρα ψηφοφόρων;- η μονιμότητα, αλλά και το αμετάθετο των δημοσίων υπαλλήλων. Επίσης, ενώ καθιερώνεται η δωρεάν στοιχειώδης εκπαίδευση, παράλληλα ιδρύονται τεχνικά σχόλια στις αγροτικές περιοχές. Τέλος, επιτρέπονται οι απαλλοτριώσεις μεγάλων εκτάσεων γης με αποζημίωση, μόνον -όμως- όταν πρόκειται να εξυπηρετηθεί το κοινωνικό συμφέρον , όπως π.χ. εγκατάσταση ακτημόνων στην περιοχή.
Παράλληλα με το συνταγματικό της έργο, η βενιζελικής συντριπτικής πλειοψηφίας 2η Αναθεωρητική βουλή (Νοέμβρης 1910- Μάρτης 1912) προωθεί και το νομοθετικό έργο της κυβέρνησης Βενιζέλου, την ώρα που η τελευταία , μερίμνη του ίδιου του πρωθυπουργού, προσπαθεί να οργανώσει τον ελληνικό στρατό και να του ανυψώσει το «ντροπιασμένο» από το 1897 ηθικό. Στο νομοθετικό, λοιπόν, έργο της 2ης Αναθεωρητικής βουλής, το οποίο υπήρξε πολύ σπουδαίο, δεν πρέπει να παραβλεφθεί κι η έντονη παρουσία των «Κοινωνιολόγων». Έτσι, καταργείται , με διάφορους νόμους, το φεουδαρχικό καθεστώς στα Εφτάνησα, ενώ ιδρύονται και αγροτικοί συνεταιρισμοί, χρηματοδοτούμενοι από την Εθνική Τράπεζα.
Σ΄ ό,τι αφορά τη φορολόγηση των πολιτών, αφ΄ ενός καταβάλλονται προσπάθειες για εξυγίανση - βάσει σχετικών νομοσχεδίων που προωθούνται προς ψήφιση στη βουλή- του φορολογικού συστήματος, αφ' ετέρου δε εισάγεται ο φόρος συνολικού εισοδήματος.
Σχετικά, όμως, με την εργατική τάξη έχουμε την προώθηση και θεσμοθέτηση σημαντικών μεταρρυθμίσεων με κοινωνικό αντίχτυπο. Συγκεκριμένα , αναγνωρίζονται τα εργατικά συνδικάτα της Αθήνας και του Πειραιά, ενώ απαγορεύεται η συμμετοχή των εργοδοτών στις εργατικές οργανώσεις. Επίσης, καθώς ορίζεται η Κυριακή ημέρα υποχρεωτικής αργίας, κατοχυρώνονται νομοθετικά  η ασφάλιση των εργαζομένων κι η καθιέρωση της 8ωρης εργασίας.
Σχετικά με το εργατικό κίνημα, δε θα πρέπει να παραβλέψουμε το γεγονός πως από το 1909 οι συντεχνίες των Αθηνών και του Πειραιά είχαν συμπαραταχτεί με το «Στρατιωτικό Σύνδεσμο» και το 1910 θα δημιουργηθούν οι πρώτες αμιγείς εργατικές συνδικαλιστικές οργανώσεις κι ενώσεις, χωρίς εκπροσώπους της εργοδοσίας. Τότε, θα ιδρυθούν το Εργατικό Κέντρο Αθηνών, το Εργατικό Κέντρο Πειραιά, το Εργατικό Κέντρο Λαρίσης, αλλά κι άλλα εργατικά κέντρα.
Πλάτων Δρακούλης 
Εκτός από το Σύνδεσμο Εργατικών Τάξεων Ελλάδας ( ή Σοσιαλιστικό κόμμα) που είχε ιδρύσει ο Πλάτων Δρακούλης (γενν. 1858 - πεθ. 1934), ο Νικόλαος Γιαννιός (γενν. 1885 - πεθ. 1958) το 1911 ιδρύει το Σοσιαλιστικό Κέντρο Αθηνών (Σ.Κ.Α.) κι η νεολαία του,  Σοσιαλιστικός Όμιλος Ελληνικής Νεολαίας. Ο Γιαννιός είχε στο νου του τα προγράμματα των σοσιαλιστικών κομμάτων της Γερμανίας και της Γαλλίας, χωρίς να παραγνωρίζει και την ελληνική πραγματικότητα. 
Το Σ.Κ.Α.  προβάλλει διάφορες πολιτικές και κοινωνικές διεκδικήσεις και στο πρόγραμμά του κάνει πρώτη φορά λόγο και για δικαιώματα της γυναίκας. Ο Δρακούλης, την ίδια χρονιά (1911) εκδίδει τη σοσιαλιστική εφημερίδα «Έρευνα» της οποίας αρχισυντάχτης   θάναι ο αρχικά Ν. Γιαννιός, δημοσιεύοντας σοσιαλιστικά άρθρα καυτού κοινωνικού προβληματισμού, πριν αποχωρήσει διαφωνώντας με τη γραμμή του Δρακούλη.
Μ' αυτόν τον τρόπο οι εργατικοί αγώνες κλιμακώνονται, οργανώνονται καλύτερα και πιέζουν για την κατάχτηση των εργατικών δικαιωμάτων, αλλά και για μια πιο δίκαιη μεταχείριση των εργαζομένων γενικότερα. Δικαιολογημένα, λοιπόν, ξεσπούν μέσα στα πρώτα βενιζελικά χρόνια, αρκετές απεργίες  σε διάφορους κλάδους, όπως των ναυτοθερμαστών στον Πειραιά (1910), των τροχιοδρομικών της Αθήνας (1911) και το 1914 τόσο των καπνεργατών στην Καβάλα, όσο και των τυπογράφων της Αθήνας. Η απεργιακή κινητοποίηση των καπνεργατών, αλλά κι αρκετές άλλες απεργίες ή εργατικές κινήσεις αντιμετωπίζονται με βιαιότητα απ' όσους έχουν αντίθετα κοινωνικοοικονομικά συμφέροντα ή απλώς αντιδρούν σ' αυτές  για λόγους έννομης τάξης (κράτος, εργοδοσία κ.α.).
Οι εργατικοί αγώνες, όμως, των αρχών του 20ου αιώνα έχουνε διττή κοινωνικοπολιτική σημασία: Πέρ' από τ΄ ότι προωθούν τις εργατικές διεκδικήσεις και παλεύουνε για την κατάχτησή τους, έχουν ως αποτέλεσμα και τη συνειδητοποίηση της ελληνικής αστικής τάξης. Δηλαδή, όσο εντείνονται οι αγώνες των εργατών, τόσο δημιουργείται κι η αστική συνείδηση, μ' άλλα λόγια -σε αντίθεση με τις δυτικοευρωπαϊκές κοινωνίες, όπου η αστική συνείδηση γεννήθηκε από την «πάλη» αστών - γαιοκτημόνων- στην Ελλάδα αστοί κι εργάτες αποχτούν ταυτόχρονα σχεδόν ταξική συνείδηση.
Στο στρατό ο εκλεκτός και πολιτικός σύμβουλος (Δεκέμβρης 1909- Αύγουστος 1910) του «Στρατιωτικού Συνδέσμου» και των κινηματιών στρατιωτικών Ελευθέριος Βενιζέλος ρίχνει μεγάλο βάρος των προσπαθειών του, επιδιώκοντας να τον αναδιοργανώσει κι ενισχύοντάς τον, να τον καταστήσει ετοιμοπόλεμο κάθε στιγμή, εν όψει οποιουδήποτε κινδύνου.
Να γραφεί πως παλαιότερα -πριν το κίνημα στου Γουδή (1909)- οι κυβερνήσεις του Γ. Θεοτόκη (1899-1901, 1903, 1903-04, 1905-09) είχαν μεθοδικά ασχοληθεί με το στρατό κι είχαν εργαστεί ικανοποιητικά προς την κατεύθυνση του εφοδιασμού του με σύγχρονο κι επαρκή εξοπλισμό, αλλά και για την επάνδρωσή  του με ικανότατα στελέχη. Τώρα, ο Ελ. Βενιζέλος , ως πρωθυπουργός και διατηρώντας συνάμα και τα δυο πολεμικά υπουργεία (Στρατιωτικών & Ναυτικών) , έχει άλλα σχέδια για τον ελληνικό στρατό και το πολεμικό ναυτικό.
Πιθανόν επειδή η προτίμησή του κλίνει προς τις χώρες της «Αντάντ», μετακαλεί Γάλλους εκπαιδευτές για το στρατό και Άγγλους για το ναυτικό, αδιαφορώντας παντελώς που από τα Ανάκτορα ήθελαν Γερμανούς εκπαιδευτές, διότι ο Διάδοχος του ελληνικού θρόνου, Κων/νος, είχε νυμφευθεί την αδελφή του κάιζερ της Γερμανίας, Γουλιέλμου, τη Σοφία. Ταυτόχρονα, ο Κρητικός ηγέτης  επιδίωξε να αποθαρρύνει οποιαδήποτε μελλοντική ανάμειξη των στρατιωτικών στην πολιτική ζωή της χώρας. Μ' αυτήν την πρόθεση, αποκόπτει τους δεσμούς της πολιτικής  ζωής με το «Στρατιωτικό Σύνδεσμο». Επιπλέον, ακολουθεί συμβιβαστική πολιτική, προκειμένου να εξομαλυνθούν οι σχέσεις των «αντίθετων»  (διαφορετικού κοινωνικοπολιτικού προσανατολισμού) παρατάξεων μέσα στο στράτευμα. Καθώς απομακρύνει «Συνδεσμίτες» στρατιωτικούς, χρησιμοποιεί  σε οργανωτικές θέσεις- «κλειδιά» ορισμένους ικανούς κι αξιόλογους βασιλόφρονες και συντηρητικούς αξιωματικούς (Μεταξάς, Δούσμανης, κ.α.), που αναρριχώνται στην ιεραρχία κι η άποψή τους βαραίνει, πλέον, και στην κοινή γνώμη και στους διάφορους πολιτικοστρατιωτικούς κύκλους. Στη δε προσπάθεια ενίσχυσης του ελληνικού πολεμικού ναυτικού παραλαμβάνεται κι εντάσσεται στον ελληνικό μάχιμο στόλο το θωρηκτό «Αβέρωφ», που είχε παραγγελθεί παλαιότερα.
Αν κι οι κινηματίες του 1909, αλλά κι οι «Κοινωνιολόγοι» ζητούν να απομακρυνθούν τα Ανάκτορα από τη διοίκηση του Στρατού, ο Βενιζέλος ξανααναθέτει την αρχιστρατηγία στο Διάδοχο Κων/νο, που είχε από πολλούς εντός κι εκτός στρατεύματος χρεωθεί το ταπεινωτικό «όνειδος» του 1897. Με την εκ νέου ανάμειξη των βασιλοπαίδων στο στράτευμα, ο Διάδοχος θα γίνει πολύ γρήγορα πόλος έλξης και συσπείρωσης των φιλοβασιλικών αξιωματικών, οι οποίοι λίγο αργότερα θα αναζητήσουν πηγή εξουσίας στον Κων/νο κι όχι στο λαοπρόβλητο υπεύθυνο και νόμιμα εκλεγμένο πρωθυπουργό, Ελ. Βενιζέλο. Κι επιπλέον, άθελά του, ο Κρητικός ηγέτης των «Φιλελευθέρων» έβαζε τα θεμέλια για τις επερχόμενες πολιτικές εξελίξεις στην Ελλάδα (περίοδος 1915-24: «Εθνικός Διχασμός», Μικρασιατική τραγωδία, έξωση των Γλύξμπουργκ, κ.α.), στις οποίες έμελλε να παίξουν σημαντικό, πρωταγωνιστικό ρόλο ίδιος ο Βενιζέλος, οι ευνοούμενοι της Αυλής πολιτικοί του αντίπαλοι , αλλά κι ο (βασιλιάς από το 1913 και πέρα) Κων/νος.
Στην εξωτερική πολιτική του Βενιζέλου, την περίοδο αυτή, σοβαρό κι άλυτο πρόβλημα παραμένει η ανθελληνική πολιτική των Νεότουρκων, που κατεδίωκαν και απειλούσαν με εκτουρκισμό τους χριστιανικούς πληθυσμούς των ευρωπαϊκών εδαφών της οθωμανικής αυτοκρατορίας. Επίσης, ακανθώδες διατηρείται και το Κρητικό Ζήτημα. Συγκεκριμένα, η Τουρκία δεν είδε με καλό μάτι την ανάληψη της πρωθυπουργίας της Ελλάδας από έναν Κρητικό και για αντιμετωπίσει τις πιέσεις των Κρητών που ήθελαν ένωση με την Ελλάδα, πραγματοποιεί αποκλεισμό των ελληνικών προϊόντων και θίγει έτσι τα ελληνικά συμφέροντα σ` όλη την τουρκική επικράτεια.
Ο Βενιζέλος, που δεν ήθελε να ενταθούν οι ελληνοτουρκικές σχέσεις, αλλά και έβλεπε πως ούτε κι οι ευρωπαϊκές Δυνάμεις -καθώς είχαν αλληλοσυγκρουόμενα συμφέροντα στο νησί και την ανατολική Μεσόγειο- δεν ευνοούσαν την αυτοδιάθεση των Κρητών καθώς θα δημιουργούσε ένα εκτός ελέγχου «κακό προηγούμενο» στις άλλες τουρκοκρατούμενες ακόμη αλύτρωτες εθνότητες , αρνήθηκε επίμονα να δεχτεί τους συμπατριώτες του βουλευτές στην ελληνική 2η Αναθεωρητική Εθνοσυνέλευση. Εξάλλου, ο Κρητικός πολιτικός  ήξερε καλά πως μετά το 1897, το Μακεδονικό Αγώνα (αρχές 20ου αιώνα) και πρόσφατα τη δοκιμασία με το Γουδί (1909) η Ελλάδα δεν ήταν επαρκώς προετοιμασμένη για να τα βάλει μόνη της με τους Τούρκους.
Την ίδια ώρα, οι Γερμανοί προωθούνται στην Ανατολή και διεισδύουν οικονομικά με σκοπό να ελέγξουν και πολιτικά την οθωμανική αυτοκρατορία εις βάρος των αγγλογαλλικών συμφερόντων. Η Ρωσία αντιδρά και πείθει τη Σερβία και τους Βουλγάρους να παραμερίσουν τις διαφορές τους στο θέμα της Μακεδονίας (οι Σέρβοι τη θέλουν δικιά τους, ενώ η Βουλγαρία μιλά για αυτόνομη Μακεδονία) και να συνάψουν αντιτουρκική συμμαχία, στις 24 Φλεβάρη του 1912. Ο Βενιζέλος δεν μπορούσε να μείνει με σταυρωμένα χέρια και -καθώς αφ' ενός η ελληνική κυβέρνηση είχε κυριαρχικά δικαιώματα σε Μακεδονία & Θράκη κι αφ΄ ετέρου οι Αγγλογάλλοι ενοχλήθηκαν από τις ρωσικές κινήσεις στα Βαλκάνια- πείθεται από τη Βρετανία να υπογράψει με τους Βουλγάρους το Μάη του 1912 αμυντική συμμαχία και συμφωνία αλληλοϋποστήριξης σε ενδεχόμενη πολεμική σύρραξη με την Τουρκία. Στο ενδοβαλκανικό μέτωπο των χριστιανικών λαών της χερσονήσου του Αίμου κατά της μουσουλμανικής Τουρκίας, που - εκτός των τάσεων αυτονομίας Αλβανίας, Κρήτης, Σάμου, Ικαρίας- από το Σεπτέμβρη του 1911 αντιμετωπίζει τον ιταλικό ιμπεριαλισμό στη Λιβύη και από το Μάη του 1912 στα Δωδεκάνησα, θα προστεθεί ένα μήνα κατόπιν (Ιούνιος 1912) και το Μαυροβούνιο. Η Ελλάδα ήταν πλέον πανέτοιμη, έχοντας αναδιοργανωμένο και πανίσχυρο στρατό, να αρχίσει τον αγώνα για την πραγμάτωση της «Μεγάλης Ιδέας» και -επιτέλους- την πολυπόθητη απελευθέρωση των αλύτρωτων αδελφών σε μια περιοχή οικονομικού και πολιτικού ανταγωνισμού των Ευρωπαίων (Γερμανία, Ρωσία, Αγγλία, Ιταλία, Αυστροουγγαρία, Γαλλία), τα Βαλκάνια.
Ο Βενιζέλος, σε ό,τι αφορά τα εσωτερικά θέματα της χώρας, με την κοινωνική του πολιτική προσπάθησε να μετριάσει  και να εκτονώσει τον ανταγωνισμό μεταξύ των κοινωνικών τάξεων, που αναφύονται ή δραστηριοποιούνται εντονότερα από άλλοτε τα χρόνια εκείνα. Με την οικονομική του διαχείριση, απέσπασε την εμπιστοσύνη ολόκληρης της αστικής τάξης. Εφάρμοσε έναν έντονο δασμολογικό προστατευτισμό για τα ελληνικά προϊόντα και δίδει νέα ώθηση στην εμβρυώδη ελληνική βιομηχανία και, τέλος, με την επέκταση της ελληνικής επικράτειας, που θα επιδιώξει συμμετέχοντας στους ενδοβαλκανικούς πολέμους του 1912-13 και στον 1ο παγκόσμιο πόλεμο (μετά το 1917 για την Ελλάδα) , θα δημιουργήσει νέες αγορές που θα υποδέχονται τα ελληνικά προϊόντα.
Από το 1910, μετά την επικράτηση του Βενιζέλου και του κόμματος των «Φιλελευθέρων», προωθούνται μεταρρυθμίσεις προς την κατεύθυνση του μετασχηματισμού της ελληνικής κοινωνίας και γίνονται τα πρώτα βήματα για τη δημιουργία ενός αστικού κράτους κατά τα πρότυπα των δυτικών δημοκρατιών. Τα μέτρα, όμως, που θα λάβουν οι πρώτες κυβερνήσεις του Ελ. Βενιζέλου δεν εφαρμόζονται όλα κι αμέσως. Αιτίες στέκονται  οι αντιδράσεις  από τους βιομηχάνους σε ό,τι αφορά την εργατική νομοθεσία, αλλά και από τους γαιοκτήμονες που «γκρινιάζουν» για τις αναγκαστικές απαλλοτριώσεις που προωθούνται. Εξαιτίας των αντιδράσεων αυτών, παρατηρείται μία πρωθυπουργική αναβλητικότητα, σχετική με την άμεση εφαρμογή των αναγκαίων τούτων κοινωφελών μέτρων.
Η αναβλητικότητα  αυτή έχει δυο αρνητικά για την εποχή εκείνη και την ελληνική κοινωνία της αποτελέσματα: Η αγροτική μεταρρύθμιση δεν κατέστη δυνατόν να γίνει τη συγκεκριμένη περίοδο κι η εργατική νομοθεσία ή δεν εφαρμόστηκε στους χώρους εργασίας καθόλου ή όπου εφαρμόστηκε, η εφαρμογή της ήταν πλημμελής. Δυστυχώς, βέβαια, γιατί τα πρώτα δεκαπέντε χρόνια  του 20ου αιώνα υπήρχε διάχυτη και πασίδηλη η ανάγκη εκσυγχρονισμού τόσο του κρατικού μηχανισμού, όσο των φορέων της εξουσίας, αλλά και της ελληνικής κοινωνίας. Για την Ελλάδα , λένε και γράφουν οι ειδικοί, τη συγκεκριμένη εποχή χρειάζεται ένα μοντέλο ανάπτυξης, το οποίο θάναι ανάλογο με εκείνο των καπιταλιστικών δυτικών δημοκρατιών, με την απαραίτητη κατοχύρωση ορισμένων δικαιωμάτων για την εργατική και την αγροτική τάξη.
Το Μάρτη, πάντως, του 1912 η 2η Αναθεωρητική βουλή ολοκληρώνει την αποστολή της κι ο Βενιζέλος - συναινούντος του Παλατιού- προκηρύσσει νέες εθνικές βουλευτικές εκλογές, στις οποίες θα συμμετείχαν κι οι παλαιοκομματικοί του αντίπαλοι. Ο πρωθυπουργός θα ηγηθεί του κόμματος των «Φιλελευθέρων», ενός πολιτικού κόμματος που αποτελεί την πρώτη προσπάθεια δημιουργίας κόμματος αρχών και φιλοδοξούσε να συσπειρώσει γύρω του την ανερχόμενη αστική τάξη και να πραγματώσει τα οράματά της. Η καταλυτική, όμως, παρουσία του Ελ. Βενιζέλου, που τα χρόνια μετά το 1910 αναδεικνύεται σε ηγετική φυσιογνωμία, το εμπόδισε να εξελιχτεί σε πραγματικό κόμμα αρχών.
11.03.1912, εκλέγει 146 βουλευτές ο Βενιζέλος, 35 η αντιπολίτευση (σύνολο 181)
Αυτό, όμως, πούχει ιδιαίτερη σημασία είναι τη δεδομένη χρονική στιγμή (11 Μάρτη του 1912), το εκλογικό σώμα ανέδειξε παντοδύναμο το Βενιζέλο δίνοντας στους «Φιλελευθέρους» 146 έδρες σε σύνολο 181. Αξιοσημείωτο, αλλά κι ενδεικτικό του λαϊκού ρεύματος είναι ότι όλα τα υπόλοιπα κόμματα (ριζοσπάστες & παλαιοκομματικοί)  εξέλεξαν αθροιστικά μόλις 35 βουλευτές για τη νέα βουλή (10 ο Θεοτόκης, 8 ο Μαυρομιχάλης, 6 ο Ράλλης, 5  οι «Κοινωνιολόγοι», 3 ο Ζαΐμης και 3 ανεξάρτητοι).
Αναβαπτισμένος στην κολυμβήθρα της λαϊκής εμπιστοσύνης και παντοδύναμος κυρίαρχος το πρώτο τρίμηνο του 1912, ο Ελευθέριος Βενιζέλος θα συνεχίσει να κυβερνά υποσχόμενος ευρύτερο κοινωνικό αστικοδημοκρατικό μετασχηματισμό στο εσωτερικό της χώρας και να προωθεί εκτός συνόρων τα ελληνικά συμφέροντα μέσα στην «πυριτιδαποθήκη» των Βαλκανίων, με τους Ευρωπαίους να επεμβαίνουν μόνον όταν θίγονται τα συμφέροντά τους
Όταν ο κίνδυνος της τουρκοποιήσεως, που προωθούνε  στα βαλκανικά εδάφη της οθωμανικής αυτοκρατορίας οι Νεότουρκοι μετά την επικράτησή τους, το 1908, στην Τουρκία, γίνεται επικίνδυνα εξωφρενικός, το καλοκαίρι του 1912 ξεκινούν προσπάθειες για συνεννόηση των χριστιανικών βαλκανικών κρατών για να τον αντιμετωπίσουν, αφού όλοι έχουν τουρκοκρατούμενους ακόμη αδελφούς. Καθώς ο εκτουρκισμός έχει εξαπολύσει μια αντιχριστιανική θύελλα, η Βουλγαρία διαμαρτύρεται και το οικουμενικό πατριαρχείο της Κων/πολης κήρυξε την ορθόδοξη χριστιανική εκκλησία σε διωγμό. Η Αλβανία επαναστατεί, ενώ -από το 1911, εκμεταλλευόμενη τις περιστάσεις και το όλο «κλίμα»- η Ιταλία  κατέλαβε τις τελευταίες στην Αφρική κτήσεις του Σουλτάνου, που υπάγονταν απευθείας σ` αυτόν, την Τριπολίτιδα και την Κυρηναϊκή.
Όταν το καλοκαίρι του 1912, η Βαλκανική «ξεσηκώθηκε» ενωμένη κατά των Τούρκων, πολλοί σκέφτηκαν το Ρήγα Φεραίο, που, ενάμιση αιώνα σχεδόν μετά το θάνατό του, το όνειρό του φάνηκε να υλοποιείται. Τέσσερα χριστιανικά κράτη, Ελλάδα- Βουλγαρία- Μαυροβούνιο και Σερβία, συνασπίζονται κι ετοιμάζονται να χτυπήσουν τη μουσουλμανική Τουρκία.
Χρειάστηκε, όμως, αρκετή δυσκολία και εξαίρετη διπλωματική μαεστρία του ίδιου του πρωθυπουργού Ελευθ. Βενιζέλου για την είσοδο και τη συμμετοχή της Ελλάδας στη βαλκανική συμμαχία. Συγκεκριμένα, η χώρα μας γίνεται αποδεχτή, όταν ο Βενιζέλος τόλμησε να δεχτεί να μη γίνει καθόλου λόγος για διανομή των κερδών από τον πόλεμο στη συνθήκη συμμαχίας με τη Βουλγαρίας. Αλλά σημαντικότατο ρόλο στη σύναψη των συμμαχιών μεταξύ των χριστιανικών βαλκανικών  κρατών έπαιξε η Ρωσία , ευνοώντας και εργαζόμενη γι`  αυτήν, επειδή ήθελε να εμποδίσει να επεκταθεί οικονομικοπολιτικά η Αυστρία προς τα νότια.
Δε χρειάστηκε ιδιαίτερη αφορμή κι αιτία για να κινηθεί το βαλκανικό μέτωπο εναντίον της Τουρκίας. Απλώς, επιτάχυναν την αναμενόμενη σύγκρουση η φθορά και εξασθένιση της οθωμανικής αυτοκρατορίας λόγω του ιταλοτουρκικού πολέμου στην Αφρική, η βάναυση καταπάτηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων των εθνοτήτων που διαβιούν στα εδάφη της, η έξαρση του εθνικού συναισθήματος των βαλκανικών λαών προς την κατεύθυνση της απελευθέρωσης των αλύτρωτων αδελφών. Και τέλος ίσως ο πιο σπουδαίος λόγος του πολέμου σχετίζεται με τον επεκτατικό ανταγωνισμό των μεγάλων δυνάμεων (Ρωσία, Αγγλία, Γαλλία, Αυστρία, Γερμανία, Ιταλία) , που γύρευαν μερίδιο από την «πίτα» - μια περιοχή γεμάτη ζωτικά, οικονομικά και πολιτικά οφέλη- και διέξοδο σ` ένα δρόμο που φέρνει στις πλούσιες αγορές της Ανατολής. Η Ελλάδα, εξάλλου, χάρη στο σχεδιασμό της κυβέρνησης Βενιζέλου είχε αναδιοργανωθεί και διαθέτοντας πανίσχυρο στρατό ήταν ετοιμοπόλεμη να ξεκινήσει τον ένοπλο αγώνα, προκειμένου αφενός να ξεπλύνει την ντροπή του 1897 κι αφετέρου να απελευθερώσει τον αλύτρωτο ελληνισμό που «στέναζε» στα τουρκικά εδάφη.
Το Σεπτέμβρη του 1912, πρώτος ο Νικήτας, ο βασιλιάς του Μαυροβουνίου, κηρύττει τον πόλεμο κατά των Τούρκων. Ταυτόχρονα, σχεδόν,  κι οι άλλοι βαλκανικοί λαοί απαιτούν αυτονομία ευρύτατη για τους ομοεθνείς τους. Η Τουρκία έπεσε στο λάθος να πιστέψει πως τα βαλκανικά κράτη ήταν στρατιωτικά αδύναμα κι ανίσχυρα, αλλά και υποδεέστερά της. Έτσι, στις 4/10/1912 κήρυξε τον πόλεμο σε Βουλγαρία και Σερβία, αλλά την επόμενη μέρα κιόλας η Ελλάδα κηρύττει τον πόλεμο στους Τούρκους. Αρχές του ίδιου Οχτώβρη έχουμε, επιτέλους μετά από πολυαίωνες θυσίες, την ένωση της Κρήτης με την Ελλάδα και τη συμμετοχή των Κρητών βουλευτών στην ελληνική βουλή.
Οι μεγάλες δυνάμεις δεν εμπιστεύονταν καθόλου τις βαλκανικές χώρες πως θα μπορούσαν συνασπισμένες ν` αλλάξουν το «χάρτη» της περιοχής. Έτσι, τα ευρωπαϊκά κράτη έσπευσαν να δηλώσουν ότι δε θα επιτρέψουν καμιά εδαφική μεταβολή στη βαλκανική χερσόνησο. Τα πράγματα όμως θα εξελιχτούνε διαφορετικά και γρήγορα θα τους διαψεύσουνε. 
Το 1912-13 "ξεπλύθηκε" η ντροπή του 1897
Από την πρώτη μέρα της κήρυξης του πολέμου των βαλκανικών κρατών κατά των Τούρκων είχαμε επιτυχίες για τον ελληνικό στρατό. Συγκεκριμένα, στις 5 Οκτωβρίου του 1912 εφτά ελληνικές μεραρχίες  μ` επικεφαλής το διάδοχο Κων/νο κατέλαβαν  την Ελασσόνα και λίγες μέρες μετά (8-9/10) νικώντας τους Τούρκους στο Σαραντάπορο οι Έλληνες εισήλθαν στα Σέρβια, την Κοζάνη και στα Γρεβενά. Την ίδια ώρα,  άλλες  ελληνικές δυνάμεις αφού κυρίεψαν την Κατερίνη και περνώντας τον Αλιάκμονα απελευθέρωσαν τη Βέροια, τη Νάουσα και την Έδεσσα.
Καθώς οι Έλληνες έτρεπαν πια σε φυγή τους Τούρκους προς το Μοναστήρι και ξέπλεναν την ντροπή του επονείδιστου ελληνοτουρκικού πολέμου του 1897, μια βουλγαρική στρατιά που προοριζόταν για τη Μακεδονία κατέλαβε εύκολα τις Σέρρες, τη Δράμα και την Καβάλα κι ένα μέρος της βάδιζε πολύ γρήγορα για τη Θεσ/νικη, την οποία οι Βούλγαροι από καιρό εποφθαλμιούν. Τότε, έχουμε και την πρώτη φανερή «κόντρα» Κων/νου - Βενιζέλου: Για να μην καταληφθεί η Θεσ/νικη από τους Βουλγάρους και δημιουργηθούνε τετελεσμένα, η κυβέρνηση δίνει εντολή στο στρατό να επιταχύνει την πορεία προς την πόλη, ενώ αντίθετα, ο αρχιστράτηγος διάδοχος ήθελε να κινηθεί προς Μοναστήρι, όπου ανθούσε το ελληνικό εμπόριο.
Συλλεκτικό γραμματόσημο, απελευθέρωση Θεσ/νικης
Στο τέλος, μετά από διήμερη επιτυχή μάχη στα Γιαννιτσά (19-20/10/1912), οι ελληνικές στρατιές κινούν προς τη Θεσ/νικη, την οποία οι Τούρκοι παραδίδουν ανήμερα της εορτής του Αγ. Δημητρίου, στις 26 Οκτωβρίου 1912 το απόγευμα. Μετά τη θριαμβευτική είσοδο στην πόλη του βασιλιά και του διαδόχου στις 28/10, ο βασιλιάς Γεώργιος εγκαταστάθηκε βιαστικά στη Θεσ/νικη, σε μια κίνηση που έμμεσα δήλωνε σε όλους ότι οι Έλληνες δε θα παρέδιδαν σε κανέναν άλλο πια την πόλη. Απορίας άξιο είναι, βεβαίως, πως ο βουλγαρικός στρατός -αν και βρήκε την πόλη κυριευμένη από τους Έλληνες- ζήτησε άδεια από το ελληνικό στρατηγείο να εισέλθει και πραγματικά στρατωνίστηκε στην πόλη τάχα για να ξεκουραστεί.
Μετά την απελευθέρωση της Θεσ/νικης 4 μεραρχίες του ελληνικού στρατού κινήθηκαν και κατέλαβαν τη Φλώρινα, ενώ απελευθερώνουν τη βόρειο Ήπειρο μέχρι την Κορυτσά. Ο ενθουσιασμός των Ελλήνων στις περιοχές που απελευθερώνονταν ήταν ακράτητος για τον ελληνικό στρατό, σε σημείο πολλοί να κατατάσσονται σ` αυτόν.
Στο Ηπειρωτικό μέτωπο του πρώτου βαλκανικού πολέμου επικεφαλής των ελληνικών στρατευμάτων είναι ο στρατηγός Σαπουντζάκης. Υπό την ηγεσία του, ο στρατός μας καταλαμβάνει την Πρέβεζα, τα Πέντε Πηγάδια, το Μέτσοβο και σταματά μπροστά στο οχυρωμένο Μπιζάνι. Ενώ οι Τούρκοι αμύνονται σθεναρά κατά των Ελλήνων που έχουν ως στόχο την απελευθέρωση των Ιωαννίνων, ο ελληνικός στρατός -μετά την κατάληψη της Θεσ/νικης- εντείνει τον αγώνα γι` άλωση της πρωτεύουσας της Ηπείρου. Χάρη στις μεγάλες και δύσκολες μάχες , στις οποίες έπαιξαν πρωταγωνιστικό ρόλο τα ελληνικά ευζωνικά τάγματα, οι Έλληνες κυριεύουνε το Μπιζάνι στις 21/2/1913 κι εισέρχονται στα Γιάννενα. Από εκεί μετά προχωρούν στη Β. Ήπειρο, ελευθερώνουν Αργυρόκαστρο, Χιμάρα, Πρεμετή κι έφτασαν ως τον Αυλώνα, αλλά δεν προωθήθηκαν παραπέρα στον Αυλώνα, γιατί «αντιδρούσαν» οι Ιταλοί.
Πρωταγωνιστής των θαλάσσιων επιχειρήσεων στον πρώτο βαλκανικό πόλεμο ήταν ο ναύαρχος Παύλος Κουντουριώτης. Το πρώτο σημαντικό του κατόρθωμα θεωρείται η βύθιση από τον ελληνικό στόλο του τουρκικού θωρηκτού «Φετίχ Μπουλέν» στις 13 Οκτωβρίου 1912 στη Θεσ/νικη. Μετά, βγήκε στο Αιγαίο και κατέλαβε Λέσβο, Χίο, Θάσο, Ίμβρο και Τένεδο και καθώς ο τουρκικός στόλος δυσκολεύεται πολύ στις κινήσεις του κι ο ελληνικός  παραμένει αήττητος από το 1821 και πέρα, δύο σημαντικές νίκες των Ελλήνων σε θαλάσσιες ελληνοτουρκικές συγκρούσεις τρομοκρατούν τους Τούρκους  που με απώλειες καταφεύγουν  στα Στενά για να κρυφτούν. Η πρώτη νικηφόρα για τους Έλληνες ναυμαχία ήταν της Έλλης, αρχές Δεκεμβρίου του 1912, κι η δεύτερη -στις πρώτες μέρες του Γενάρη του 1913- στη Λήμνο.
Οι Βούλγαροι, που θεωρούνται κύριος ανταγωνιστής των Ελλήνων επί των μακεδονικών  και θρακικών εδαφών που απελευθερώνονταν, κινήθηκαν σε δυο, κατά βάση, μέτωπα. Ένας μέρος του στρατού τους κατέλαβε τις Σαράντα Εκκλησιές στη Θράκη, δίδει μια σημαντική μάχη στο Λουλέ Μπουργάζ κι αφού πολιορκεί την Αδριανούπολη κινεί προς την Τσαλτάτζα. Άλλες βουλγαρικές δυνάμεις προχωρούν στη δυτική Θράκη και την ανατολική Μακεδονία. Καταλαμβάνοντας Σέρρες, Δράμα και Καβάλα, φθάνουν, λίγο μετά από τα ελληνικά στρατεύματα, στη Θεσ/νικη και μια βουλγαρική μεραρχία, τότε, ζητά την άδεια να στρατωνιστεί από τους Έλληνες, που έχουν απελευθερώσει την πόλη.
Οι Σέρβοι καταλαμβάνουν το Μοναστήρι  και βαδίζοντας προς τη θάλασσα έφτασαν στο Δυρράχιο, ενώ οι Μαυροβούνιοι πολιόρκησαν τη Σκόδρα.
Μάρτιος 1913. Ο Α`  Βαλκανικός Πόλεμος συνεχιζόταν με επιτυχίες στην Ήπειρο (κατάληψη Ιωαννίνων, Αργυρόκαστρου, Κορυτσάς) για το ελληνικό στράτευμα, αλλά και στο ΒΑ Αιγαίο ( απελευθέρωση Μυτιλήνης, Χίου, Λήμνου, Τενέδου, Ίμβρου, Σάμου και Ικαρίας, άτακτη υποχώρηση των τουρκικών θωρηκτών στα Δαρδανέλια) για το ναυτικό μας σε βάρος των τουρκικών δυνάμεων.
Η Θεσσαλονίκη απελευθερώθηκε από τον ελληνικό στρατό τον Οκτώβριο του 1912, όπου από 11 Νοεμβρίου του ίδιου χρόνου ο βασιλιάς της Ελλάδας, Γεώργιος εγκαθίσταται. Κορυφαίες στιγμές θριάμβου σκιάζονται από μια αναπάντεχη εθνική τραγωδία: Στις 5 Μαρτίου 1913 ο Γεώργιος κάνει το συνηθισμένο του περίπατο μαζί με τον υπασπιστή, ταγματάρχη Φραγκούδη. Είναι σούρουπο στην οδό Αγ. Τριάδας. Κάποιος  Αλέξαντρος Σχινάς  τον πλησιάζει και τον πυροβολεί πισώπλατα. Ο 68χρονος μονάρχης εξέπνευσε την ώρα που μεταφέρεται σε νοσοκομείο.
Μάρτης 1913, νέος βασιλεύς των Ελλήνων, Κων/νος Α' 
Ο Γεώργιος Γλύξμπουργκ βρισκόταν στον ελληνικό θρόνο από το 1863. Παρά την αντιφατική εξωτερική του πολιτική στη διάρκεια της 50ετούς βασιλείας του, στα χρόνια του Βαλκανικού Πολέμου ακολουθούσε την κυβέρνηση Βενιζέλου τηρώντας μάλιστα ξεκάθαρα αγγλόφιλη πολιτική. Η στάση, λοιπόν, του βασιλιά ανησύχησε τους Γερμανούς που έβλεπαν πως οι Έλληνες με τη βοήθεια των Άγγλων νικούν τους σύμμαχούς τους, τούς Τούρκους, κι οι ίδιοι δεν έχουν πρόσβαση, πια, στο Αιγαίο. Ο πρωτότοκος γιος του, Κων/νος, παντρεμένος με την αδελφή του Γερμανού αυτοκράτορα Γουλιέλμου Β`, τη Σοφία, ακολουθούσε, λόγω του γαμβρού του, φιλογερμανική στάση. Και οι Γερμανοί επιδίωκαν να φύγει από τη μέση ο Γεώργιος και με τον Κων/νο στο θρόνο να προωθούσαν σημαντικά την επιρροή τους στα Βαλκάνια.
Αν δούμε πώς ο Κων/νος και η Σοφία, με την άνοδό τους στο θρόνο, ακολουθούν τυφλή φιλογερμανική πολιτική σε βάρος των συμφερόντων της Ελλάδος και της Αγγλίας, ίσως πειστούμε πως το χέρι του Σχινά όπλισαν άνθρωποι της γερμανικής και της αυστριακής πρεσβείας στην Αθήνα. Ο Γ. Φιλάρετος ( «Σημειώσεις», σελ. 619-620) γράφει πως το πιο πιθανό φαίνεται να πυροβόλησε το βασιλιά ο αυστριακός αξιωματικός Schinazyi και να ήταν το εξιλαστήριο θύμα ο Σχινάς.
Αν αρνηθούμε την παραπάνω εκδοχή, είναι πιο πειστική εξήγηση του φόνου πως ο Σχινάς ήταν ανισόρροπος; Δεν επαληθεύτηκε ποτέ, καθώς δεν ανακοινώθηκε τίποτα επίσημα για τις ανακρίσεις και την ομολογία του Σχινά, που είχε συλληφθεί από τον εμβρόντητο Φραγκούδη. Η ταχτική ανάκριση, που διεξάγεται από τον Πρωτοδίκη Βασ. Κανταρέ, διακόπτεται μετά από επίσκεψη της βασιλίσσης Όλγας στο κελί του δολοφόνου. Την είχε ζητήσει ο ίδιος να της μιλήσει προσωπικά, μα αυτή φεύγοντας βαθύτατα συντετριμμένη δεν απεκάλυψε ό,τι της είπε. Επειδή άραγε ο Σχινάς ομολόγησε πως τον χρησιμοποίησαν ο Αυστριακός πρόξενος και άλλα ανώτερα πρόσωπα της αυστρογερμανικής διπλωματίας, μόλις έφυγε η βασίλισσα, δεν αυτοκτόνησε, αλλά -κατά την αφήγηση στα 1938 του Κανταρέ στον Γ. Κορδάτο («Μεγάλη Ιστορία της Ελλάδας» , τόμος 13, σελ. 313 εξής)- «...τον έριξε από το παράθυρο του διοικητηρίου ανώτατος αξιωματικός της χωροφυλακής...»;
Σημασία, όμως, για τον τόπο και τη μετέπειτα ιστορία του έχει αυτό που θα γράψει ο στρατηγός Θ. Πάγκαλος στα «Απομνημονεύματα Α»` (Σελ. 279-280) ότι δηλ. «.. εάν (σ.σ. ο Γεώργιος) έζη, ουδέποτε θα εδημιουργείτο ο απαίσιος Διχασμός του ελληνικού λαού (σ.σ. Κωνσταντινικοί - Βενιζελικοί, της περιόδου 1915-22), ο οποίος είχε ως αποτέλεσμα την εθνικήν συμφοράν της Μ. Ασίας...».
Στις 3 Δεκεμβρίου του 1912 αντιπρόσωποι των εμπόλεμων βαλκανικών χωρών συνεδρίασαν στο ανάκτορο του Αγ. Ιακώβου στο Λονδίνο και μαζί τους κι οι πρεσβευτές των μεγάλων δυνάμεων. Θέμα των συσκέψεων ήταν τι θα γίνει με τον πόλεμο και το διαμορφούμενο «status quo» στην περιοχή των Βαλκανίων. Αξιοπρόσεχτο είναι το ότι η Ρωσία κι η Αυστρία που -όταν ξεκινούσε ο βαλκανικός πόλεμος έλεγαν πως δε θα δεχτούνε εδαφικές ανακατατάξεις στη Βαλκανική- τώρα ισχυρίζονται πως, αφού η Τουρκία απέτυχε να διατηρήσει το δικαίωμα της επιβολής της  κακής της διοίκησης στην περιοχή, δεν έπρεπε να διατηρηθεί το προγενέστερο εδαφικό καθεστώς. Τη γνώμη τους συμμεριζόταν κι ο Βρετανός πρωθυπουργός Άσκουϊθ, που τάχτηκε υπέρ της δίκαιης μεταχείρισης των νικητών της ενδοβαλκανικής σύρραξης.
Εν τέλει, η συνθήκη των χριστιανικών βαλκανικών λαών με την Τουρκία που τερμάτισε και τον 1ο βαλκανικό πόλεμο υπογράφεται στις 17/30 Μαΐου του 1913 στον Αγ. Ιάκωβο του Λονδίνου, αφού λίγο πριν (31/3) Βουλγαρία και Τουρκία είχαν συνυπογράψει ανακωχή. Ο Σουλτάνος, βάσει της συνθήκης, παραχωρεί όλα τα εδάφη της αυτοκρατορίας του στην Ευρώπη που βρίσκονταν δυτικά από τη γραμμή που άρχιζε από τον Αίνο στο Αιγαίο κι έφτανε ως τη Μήδεια στον Εύξεινο Πόντο, εκτός από την Αλβανία. Παραχωρώντας κάθε κυριαρχικό δικαίωμα επί της Κρήτης, η Τουρκία άφηνε ρευστά τα θέματα των αιγαιοπελαγίτικων νησιών και τα σύνορα - μορφή ανεξαρτησίας του νέου Αλβανικού κράτους. Για τα δυο αυτά θέματα (αλβανικό, Αιγαίο), αλλά και σχετικά με τη χερσόνησο του Άθωνος θ` αποφάσιζαν οι Δυνάμεις. Οι Ιταλοί -θεωρώντας ότι τα Δωδεκάνησα είναι ιταλοτουρκικό θέμα κι όχι βαλκανικό- αρνήθηκαν να τα περιλάβουν στους όρους της συνθήκης και τα νησιά παρέμειναν υπό την κατοχή τους.
(γ)  Τρωτά σημεία της συνθήκης και ρόλος των δυνάμεων
Τέλος, το πρόβλημα της διανομής των θρακικών, μα πρώτιστα των μακεδονικών εδαφών , μένοντας άλυτο, δημιουργούσε τις κατάλληλες προϋποθέσεις για νέα βαλκανική εμπόλεμη σύρραξη,  και μάλιστα γρήγορα και ανάμεσα στους συμμάχους του 1ου βαλκανικού πολέμου Έλληνες και Βούλγαρους. Δεν ήταν, όμως, το μόνο τρωτό και ασαφές, όσον αφορά τα νέα σύνορα των νικητών βαλκανικών συμμάχων, εξαιτίας της μάταιης προσπάθειας συγκερασμού των συμφερόντων των μεγάλων δυνάμεων και κυρίως των κεντρικών αυτοκρατοριών (Αυστρία & Γερμανία ήθελαν με «διαίρει και βασίλευε» να ελέγχουν τη Βαλκανική!) με τα αιτήματα των λαών της Βαλκανικής σημείο της Συνθήκης του Λονδίνου: Η Αυστρία ήθελε ανεξάρτητη Αλβανία κι όχι να την προσαρτήσει η Σερβία, επειδή διεκδικούσε έξοδο στην Αδριατική. Τη γνώμη της προσεταιριζόταν κι η Ιταλία και μαζί τους πήραν και τη Βουλγαρία που την έβαλαν να «ναρκοθετεί» τις προσπάθειες της Σερβίας. Τα νησιά του Αιγαίου οι Αυστρογερμανοί δεν τα έδωσαν στην Ελλάδα, γιατί πίστευαν πως οι Έλληνες ακολουθούν αγγλόφιλη πολιτική._ 
Πριν καν τελειώσει ο πρώτος ενδοβαλκανικός πόλεμος των χριστιανικών λαών της περιοχής κατά των Τούρκων, εκδηλώθηκαν αντιθέσεις ανάμεσα στους συμμάχους. Οι αντιγνωμίες μεταξύ τους κορυφώνονται όταν, με το πέρας του πολέμου, προσπαθούν μετά τη συνθήκη του Λονδίνου (Μάιος 1913) να καθορίσουν τα σύνορα στις περιοχές που καθεμιά χώρα είχε καταλάβει.
Η Βουλγαρία αξίωνε να περιέλθουνε στην κατοχή της η Θράκη, η ανατολική Μακεδονία, η Θεσ/νικη και το Μοναστήρι. Οι Βούλγαροι  μ` αυτές τις διεκδικήσεις ονειρεύονταν τη δημιουργία της μεγάλης Βουλγαρίας, πούχε δημιουργηθεί χάρη στη συνθήκη του Αγ. Στεφάνου (1877).
Η ελληνική κυβέρνηση, καταλαβαίνοντας ότι δεν υπάρχει ελπίδα να βρεθεί «φόρμουλα» συνεννόησης μεταξύ Ελλάδας- Βουλγαρίας, στρέφεται στη δημιουργία διπλωματικών και στρατιωτικών επαφών με τη Σερβία. Η Σερβία είχε λόγους να αντιστρατευτεί τη Βουλγαρία: και διαφωνούσαν οι δυο χώρες ως προς τη Μακεδονία, αλλά και -ενώ οι Σέρβοι δεν καλόβλεπαν την προσέγγιση Αυστρίας- Βουλγάρων-  αφού αποκλείστηκε από την Αδριατική, δε+ διετίθετο να παραχωρήσει μακεδονικά εδάφη πούχε κυριέψει.
Έτσι, το Μάη του 1913 υπογράφεται μεταξύ Ελλήνων και Σέρβων αμυντική συμμαχία  και στρατιωτική συμφωνία αμοιβαίας υποστήριξης σε περίπτωση πολέμου με τη Βουλγαρία ή την Τουρκία. Με τα ίδια πρωτόκολλα καθορίστηκαν και τα σύνορα των δυο χωρών με βάση τα απελευθερωμένα εδάφη.
Τον Ιούνη του 1913 τα βουλγαρικά στρατεύματα επιτέθηκαν εναντίον των ελληνικών στη Νιγρίτα και κατά του σερβικού στρατού στη Γευγελή. Οι Έλληνες δεν παρέμειναν με «σταυρωμένα τα χέρια», αλλά αφού εκκαθάρισαν τη Θεσ/νικη από το βουλγαρικό στρατό που έδρευε στην πόλη, αντεπιτέθηκαν  με ορμή. Οι σφοδρότατες μάχες του Κιλκίς- Λαχανά (19- 21 Ιούνη 1913) και της Δοϊράνης (22-23 Ιούνη 1913) φέρνουν τον ελληνικό στρατό νικητή να καταλάβει τις Σέρρες και τη Δράμα. Προχωρώντας έως την Αλεξ/πολη, οι Έλληνες ολοκληρώνουν την κατάληψη της ανατολικής Μακεδονίας και της δυτικής Θράκης. Νικηφόρες επίσης ήταν κι οι επιχειρήσεις των σερβικών στρατευμάτων κατά της Βουλγαρίας.
Τον Ιούλιο του 1913 συνάπτεται ελληνοβουλγαρική ανακωχή. Οι συγκεντρωμένοι εκπρόσωποι όλων των βαλκανικών λαών υπογράφουν «πενθήμερη αναστολή» του δευτέρου βαλκανικού πολέμου, σε μιαν προσπάθεια να ανοίξει ο δρόμος για την οριστική συνθήκη ειρήνης. Την Ελλάδα εκπροσωπεί ο πρωθυπουργός Ελευθέριος Βενιζέλος, ενώ την ημέρα που υπογραφόταν η ανακωχή (17/7) ο ελληνικός στρατός -κάμπτοντας τη βουλγαρική αντίσταση- κυρίευε την Τζουμαγιά.
Πριν λίγες ημέρες κιόλας, ο βασιλιάς Κων/νος της Ελλάδας αρνιόταν κάθε ιδέα κατάπαυσης των εχθροπραξιών, ενώ σήμερα δέχεται την ανακωχή, αφού ο ένδοξος στρατός μας «...ήχθη εις τα φυσικά και ηθικά όρια» (από τηλεγράφημά του προς το Βενιζέλο).
Η σκέψη της αναστολής των πολεμικών επιχειρήσεων ανήκει στο βασιλιά Φερδινάνδο της Βουλγαρίας. Ακούγοντας την Ελλάδα και τη Σερβία να τον κατηγορούν για σφαγές χιλιάδων αθώων στη Μακεδονία και ιδίως για φρικαλεότητες του στρατού του στο Δοξάτο Δράμας, βλέποντας τη Ρουμανία να εισβάλλει επί βουλγαρικού εδάφους και να φτάνει στα πρόθυρα της Σόφιας έπειτα από διακοίνωση υπέρ των Ελλήνων, αλλά και το Μαυροβούνιο να `χει την ίδια πρόθεση, ενώ η Τουρκία ανακαταλαμβάνει την Αδριανούπολη και μέρος της ανατ. Θράκης, ο Βούλγαρος μονάρχης κατάλαβε την πολιτικοστρατιωτική «απομόνωσή» του.
Και ο 2ος βαλκανικός πόλεμος "σημαδεύτηκε" από ελληνικές νίκες
Κι άρχισε διπλωματικό αγώνα, για να αποφύγει στρατιωτική συντριβή και  πολιτική ταπείνωση. Ενώ δοκίμασε να τα «βρει» με τη Ρουμανία, δεν τα κατάφερε και τελικά πείστηκε να κάτσει στο ίδιο τραπέζι μ`  όλους τους Βαλκάνιους και να ζητήσει ντροπιασμένος την «πενθήμερη αναστολή» των επιχειρήσεων.
Η ανακωχή της 17/7/1913 υπήρξε σημαντικότατο διπλωματικό γεγονός για τη βαλκανική ιστορία. Άνοιξε το δρόμο για να υπογραφεί η συνθήκη στο Βουκουρέστι, στα τέλη του μήνα (28/7), με την οποία τερματιζόταν και επίσημα ο 2ος βαλκανικός πόλεμος.
Οι ιστορικοί πιστεύουν πως όταν τερματίζεται ο 2ος βαλκανικός πόλεμος, η συνθήκη του Βουκουρεστίου επικυρώνει μερικώς μόνον τις νέες εδαφικές ανακατατάξεις που σημειώθηκαν στον άρτι λήξαντα πόλεμο . Πράγματι, στις διεργασίες που κατέληξαν στις 28/7.10/8/1913  στη συνθήκη αυτή, ο Βενιζέλος θα κάμψει όχι μόνο τις Αυστρορωσικές αντιδράσεις που δεν ήθελαν να παραχωρηθούν η Καβάλα κι η δυτική Θράκη στην Ελλάδα, αλλά και τη βουλγαρική προκλητικότητα, θα δώσει και θα κερδίσει τη μάχη για τα ελληνικά δίκαια.
Καθώς η Αγγλία κι η Ιταλία κρατούσαν επιφυλακτική στάση, η Γερμανία για να φανεί αρεστή στο νέο βασιλιά Κων/νο κι η Γαλλία για τους δικούς της λόγους υποστηρίζουν τις ελληνικές διεκδικήσεις. Δε λύθηκαν, όμως, όλα τα βαλκανικά προβλήματα στο Βουκουρέστι.
Τελικά, με τη συνθήκη του Βουκουρεστίου, με την «ανοχή» των Ευρωπαίων, άλλαξε πάλι ο χάρτης της Βαλκανικής. Συγκεκριμένα, στην Ελλάδα παραχωρούνται η ανατολική Μακεδονία με τη Θεσ/νικη και την Καβάλα, καθώς κι η νότια Ήπειρος. Τα νησιά του Αιγαίου , εκτός των Δωδεκανήσων που παρέμειναν υπό ιταλική κατοχή, παραχωρούνται οριστικά στην Ελλάδα λίγους μήνες μετά,  με το πρωτόκολλο  της Φλωρεντίας (13 Φεβρουαρίου 1914). Για την Κρήτη, στο Βουκουρέστι η Βουλγαρία παραιτείται από κάθε αξίωσή της επί της μεγαλονήσου κι οι Δυνάμεις έτσι δέχονται την απόφαση της ελληνικής κυβέρνησης να θεωρεί με το τέλος του 2ου βαλκανικού πολέμου το νησί ελληνικό έδαφος, αφού ήδη ο Βενιζέλος  είχε νωρίτερα, με την έναρξη του 1ου βαλκανικού πολέμου αποδεχτεί την ένωση της Κρήτης , κι είχε αποστείλει τον πρώην πρωθυπουργό Στεφ. Δραγούμη ως πρώτο Έλληνα γενικό διοικητή.
Στη Βουλγαρία, που ήταν η μεγάλη «χαμένη» του 2ου βαλκανικού πολέμου, παραχωρείται μία λωρίδα εξόδου προς το Αιγαίο μεταξύ του Πόρτο Λάγος και της Αδριανούπολης. Η Σερβία παίρνει τη βόρεια Μακεδονία ως το Μοναστήρι και τη Στρωμνίτσα καιοι Τούρκοι την ανατολική Θράκη με την Αδριανούπολη.
Με το τερματισμό των βαλκανικών πολέμων, στην Ελλάδα δημιουργούνται οι καλύτερες προϋποθέσεις για μια μελλοντική ανάπτυξη. Συγκεκριμένα, η επιφάνεια κι ο πληθυσμός του ελληνικού εδάφους διπλασιάζονται (από 63.211 Km2 και 2.631.952 κατοίκους  προ των πολέμων σε 120.308 Km2  και 4.718.221 πληθυσμό μεταπολεμικά).
Τα Βαλκάνια μετά το 1914
Στον εθνικό κορμό προστίθενται νέα κέντρα (Θεσ/νικη, Ιωάννινα, Καβάλα, Μυτιλήνη, Χίος, Ηράκλειο Κρ.) με εύρωστη οικονομική ζωή και πνευματική παράδοση. Νέα εδάφη προστίθενται με πλούσιες πλουτοπαραγωγικές πηγές κι ενώ προηγουμένως η οικονομία εξαρτιόταν από τη σταφιδοπαραγωγή ως επί το πλείστον, τώρα προστίθεται η καπνοκαλλιέργεια του βορρά, η νησιώτικη ελαιοπαραγωγή, η δασοκομία της Μακεδονίας κι η κτηνοτροφία της Ηπείρου. Η εσωτερική αγορά διευρύνεται και αυτό θα συντελέσει στη βιομηχανική ανάπτυξη και παραγωγή, η οποία θ` αυξηθεί για να ικανοποιήσει τις ανάγκες ενός αυξανόμενου συνεχώς πληθυσμού. Η αστική τάξη, καθώς προσαρτώνται νέα οικονομικά κέντρα, ενδυναμώνεται.
Με τις Νέες Χώρες που ενσωματώνονται στο ελληνικό κράτος δημιουργείται πρόβλημα αφομοίωσης. Η Παλαιά Ελλάδα (τα ελευθερωθέντα εδάφη προ του 1912) είχε απόλυτη εθνική ομοιογένεια. Οι Νέες Χώρες (Κρήτη, Ήπειρος, Μακεδονία) κατοικούνται κι από άλλες εθνότητες (Τούρκους, Βούλγαρους, Αλβανούς, Εβραίους), που παραμένουν, όμως, επιφυλακτικές, απέναντι στο ελληνικό κράτος και την πολιτική, κυρίως, εξουσία του.
Στα προβλήματα επίσης συγκαταλέγεται και το θέμα της μεγάλης γαιοκτησίας, η οποία κυριαρχεί στη Μακεδονία και στην Ήπειρο (όπως και στη Θεσσαλία), σε αντίθεση με την Παλαιά Ελλάδα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου